Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Αρχιεπίσκοπος Βερέγιας Αμβρόσιος: Μπροστά στα μάτια μας, το ένα μετά το άλλο Αγιορείτικο Μοναστήρι ενώνεται με τους σχισματικούς, διαπράττοντας μία ασύλληπτη προδοσία… (Τα κατορθώματα του αιρετικού Βαρθολομαίου!)

Ο Πρύτανης της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας Αρχιεπίσκοπος Βερέγιας Αμβρόσιος έγραψε:

«Μπροστά στα μάτια μας, το ένα μετά το άλλο Αγιορείτικο Μοναστήρι ενώνεται με τους σχισματικούς, διαπράττοντας μία ασύλληπτη προδοσία κατά των Ορθοδόξων στην Ουκρανία, οι οποίοι εκδιώκονται, εκβιάζονται, ξυλοκοπούνται και εξωθούνται από τις εκκλησίες τους».

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διέταξε την σχισματική αντιπροσωπεία να επισκεφθεί και τα 20 μοναστήρια στο Άγιον Όρος, έγραψε.

«Η Ξενοφώντος, η Παντοκράτορος και η Νέα Εσφιγμένου έχουν ήδη εισέλθει σε κοινωνία με σχισματικούς και αυτοχειροτόνητους, σφίγγοντας τα χέρια των διωκτών της Εκκλησίας στην Ουκρανία … Πόσο πανούργα χλευάζει τους ανθρώπους ο εχθρός της ανθρωπότητας !».
***
Παρεμπιπτόντως, στις αρχές του Νοεμβρίου του προηγούμενου έτους, απαγορεύτηκε η είσοδος του Αρχιεπισκόπου Αμβροσίου στο έδαφος της Ουκρανίας, στο πλαίσιο της απόφασης του Ποροσένκο ότι όλοι οι κληρικοί της Κανονικής Εκκλησίας δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην Ουκρανία.

Φαίη για το ΑΒΕΡΩΦ

ΗΠΑ και Φανάρι «δηλητηριάζουν» το Άγιο Όρος σπέρνοντας το ζιζάνιο του διχασμού-Οι τελευταίες κινήσεις και ο αναβρασμός-Ποια μοναστήρια έκλεισαν τις πόρτες στους Ουκρανούς


Την πιο αγνή μορφή της Ορθοδοξίας, τον αγιορείτικο μοναχισμό, επιχειρούν να δηλητηριάσουν ΗΠΑ και Φανάρι με αφορμή το ουκρανικό ζήτημα και την μόνιμη αντιπαράθεση Αμερικής-Ρωσίας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

Την προηγούμενη εβδομάδα το “χτύπημα” ήταν διπλό και ηχηρό. Από την μια ο Αμερικανός πρέσβης Τζέφρι Πάιτ ο οποίος συναντήθηκε με τον πολιτικό διοικητή του Αγίου Όρους Κωνσταντίνο Δήμτσα για να…δώσει γραμμή σε συνέχεια της επίσκεψής του τον περασμένο Απρίλιο στην Αθωνική Πολιτεία. Όπως ανέφεραν οι σχετικές ανακοινώσεις οι κ.κ. Δήμτσας και Πάιατ συζήτησαν την… άρρηκτη σύνδεσή του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο….

Με λίγα λόγια ο Αμερικανός “εκατόνταρχος” επιχειρεί να “στρατολογήσει” τους Αγιορείτες στην “λεγέωνα” του κόντρα στην “κακιά” Ρωσία.

Και την ίδια στιγμή το Φανάρι προχώρησε σε μια απαράδεκτη κίνηση να στείλει τους μη αναγνωρισμένους Επισκόπους της νεάς ουκρανικής Εκκλησίας να επισκεφθούν το “περιβόλι της Παναγιάς” μεγιστοποιώντας τον διχασμό της αγιορείτικης κοινότητας, η οποία επισήμως αρνήθηκε να στείλει αντιπροσωπεία στην ενθρόνιση Επιφάνιου.

Σαν να μοιάζει να θέλει να εκδικηθεί τους Αγιορείτες το Φανάρι έστειλε τους μη αναγνωρισμένους από καμία Εκκλησία ρασοφόρους, οι οποίοι μάλιστα τέλεσαν και λειτουργία σε κάποιες μονές.


Αλλά το σχέδιο του Φαναρίου ειχε διαφανεί από την περασμένη εβδομάδα. Όταν με το ζόρι ή χωρίς έστειλε δύο ηγούμενους αγιορείτικων μονών που είχαν καλές σχέσεις με την Ρωσία στην ενθρόνιση Επιφάνιου. Και όταν η υγεια του Βατοπαιδινού ηγουμένου Εφραίμ τον πρόδωσε, είχε και Plan B με παρουσία ενός μοναχού για να εκπροσωπήσει το Βατοπαίδι.

Στο όποίο Βατοπαίδι τον περασμένο Απρίλιο μοίραζε χαμόγελα ο Τζεφρι Πάιατ… Έτσι για να κλείνει ο κύκλος των…συγκυριών…

Και φτάσαμε στο σημείο Αγιορείτες μοναχοί να εγκαταλείψουν τη Μονή Βατοπαιδίου μετά την επίσκεψη από την ουκρανική αντιπροσωπεία.

Σύμφωνα με μια πηγή στο Πατριαρχείο της Μόσχας, επτά Ρώσοι, Ουκρανοί και Μολδαβοί μοναχοί έφυγαν και αποφάσισαν να πάνε στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Στην οποία ρώσικη μονή υπήρξε κατηγορηματική άρνηση υποδοχής της ουκρανικής αντιπροσωπείας

Υπάρχουν επίσης πληροφορίες ότι πολλοί από τους Έλληνες μοναχούς που ζουν στο Βατοπαίδι είναι επίσης αρκετά δυσαρεστημένοι με τη θέση που έχει πάρει η ηγεσία του μοναστηριού και θεωρούν ότι οι εκπρόσωποι της νέας ουκρανικής δομής είναι σχισματικοί.

Όσον αφορά την ρώσικη μονή Παντελεήμονος ο Αρχιμανδρίτης Ευλογιος(Ιβάνωφ), ηγούμενους της Μονής , δεν επέτρεψε στον Επίσκοπο των Ουκρανών Παύλο Γιούρι, να εισέλθει στο ρωσικό μοναστήρι στο Άγιο Όρος.

Πηγές από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ενημέρωσαν ότι ο ηγούμενος απλώς έκλεισε τις πύλες της μονής ενώπιον των εκπροσώπων της νέας εκκλησίας της Ουκρανίας και δεν τους επέτρεψε να εισέλθουν και να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα, εξηγώντας ότι δεν αναγνωρίζονται στο μοναστήρι.

Ανώτεροι αξιωματούχοι του Πατριαρχείου Μόσχας που αναφέρονται στην Ορθόδοξη διδασκαλία επεσήμαναν περισσότερο από μία φορά ότι οι άνθρωποι που συλλειτουργούν με σχισματικούς πέφτουν οι ίδιοι σε σχίσματα.

Δύο ακόμη μοναστήρια σύμφωνα με πληροφορίες έκλεισαν τις πύλες τους στην ουκρανική  αντιπροσωπεία. Οι μονές Δοχειαρίου και Ζωγράφου αρνήθηκαν τελείως να τους επιτρέψουν να εισέλθουν στα μοναστήρια τους και μια ακόμη μονή, η Σιμωνόπετρα, τους επέτρεψε μόνο να προσκυνήσουν τα λείψανα της μονής.

Σήμερα αναμένεται να υπάρξει συνάντηση της Ιεράς Κοινότητας για να συζητήσει το επίμαχο ζήτημα της Ουκρανίας.

Το Φανάρι και οι ΗΠΑ λοιπόν με προβοκατόρικο τρόπο και με βάση τους πρόθυμους που έχουν βρει στο Άγιο Όρος έχουν επιφέρει τον υπέρτατο διχασμό στο “περιβόλι της Παναγιάς”.

Κι ενώ καμία άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνώρισε τη νέα ουκρανική εκκλησιαστική πραγματικότητα ούτε συμφώνησε να στείλει μια αντιπροσωπεία στην ενθρόνιση,Φανάρι και ΗΠΑ επιχειρούν να δώσουν την εντύπωση πως στο Άγιο Όρος η νέα Εκκλησία είναι αποδεκτή.

Η Ιερή Κοινότητα όμως πρόσφατα καταψήφισε επίσημα την αποστολή αντιπροσωπείας στην ενθρόνιση Επιφάνιου, με 13 μοναστήρια να καταψηφίζουν. Αντιθέτως 7 αγιορείτικα μοναστήρια έχουν μέχρι στιγμής δείξει στήριξη στους Ουκρανούς της νέας εκκλησίας, είτε με θετική ψήφο στην ψηφοφορία για να παρακολουθήσουν την ενθρόνιση του επικεφαλής τους, είτε υποδεχόμενοί τους στα μοναστήρια τους. Αυτές οι μονές είναι οι: Ιβήρων, Σταυρονικήτα, Ξενοφώντος, Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορας, Βατοπαιδίου και η νέα αδελφότητα της Μονής Εσφιγμένου

Από την ρωσική πλευρά έχει υπάρξει η πρώτη αντίδραση.

Ο Πρύτανης της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας Αρχιεπίσκοπος Βερέγιας Αμβρόσιος έγραψε:

«Μπροστά στα μάτια μας, το ένα μετά το άλλο Αγιορείτικο Μοναστήρι ενώνεται με τους σχισματικούς, διαπράττοντας μία ασύλληπτη προδοσία κατά των Ορθοδόξων στην Ουκρανία, οι οποίοι εκδιώκονται, εκβιάζονται, ξυλοκοπούνται και εξωθούνται από τις εκκλησίες τους».

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διέταξε την σχισματική αντιπροσωπεία να επισκεφθεί και τα 20 μοναστήρια στο Άγιον Όρος, έγραψε.

«Η Ξενοφώντος, η Παντοκράτορος και η Νέα Εσφιγμένου έχουν ήδη εισέλθει σε κοινωνία με σχισματικούς και αυτοχειροτόνητους, σφίγγοντας τα χέρια των διωκτών της Εκκλησίας στην Ουκρανία … Πόσο πανούργα χλευάζει τους ανθρώπους ο εχθρός της ανθρωπότητας !».

Αξίζει να σημειωθεί πως στις αρχές του Νοεμβρίου, απαγορεύτηκε η είσοδος του Αρχιεπισκόπου Αμβροσίου στο έδαφος της Ουκρανίας, στο πλαίσιο της απόφασης του Ποροσένκο ότι όλοι οι κληρικοί της Κανονικής Εκκλησίας δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην Ουκρανία.

Τέλος στα γραφεία του ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ έφτασε κείμενο με πληροφορίες από Αγιορείτες Πατέρες που επιβεβαιώνει εν πολλοίς το παραπάνω ρεπορτάζ και αναφέρει :

«Πολλές ψευδείς ειδήσεις «fake news» γράφτηκαν τις τελευταίες μέρες για την πρόσφατη επίσκεψη ομάδας Ουκρανών με επικεφαλής τον «Επίσκοπο Οδησσού» Παύλο στο Άγιο Όρος. Τα παρακάτω γράφονται μετά από έγκυρες πληροφορίες από Αγιορείτες Πατέρες, προς αποκατάσταση της αλήθειας:
Κατ΄ αρχήν το Άγιο Όρος ΔΕΝ υποδέχθηκε τους Ουκρανούς της νέας «Εκκλησίας» της Ουκρανίας. Τους υποδέχθηκαν μόνο μερικές Μονές (κυρίως αυτές που έχουν στενούς «δεσμούς» με το Οικουμενικό Πατριαρχείο).

Η υποδοχή τους ήταν καθαρά τυπική και διαδικαστική. Η Ιερά Επιστασία ΔΕΝ χορήγησε το συστατήριο έγγραφο που δίνεται συνήθως στους Αρχιερείς, όπου γράφει: «…γνωρίζομεν Υμίν ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης … ευρίσκεται εις τον Ιερόν ημών Τόπον δια λόγους προσκυνηματικούς, εφωδιασμένος μέντοι γε δια της νενομισμένης συστάσεως του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου και επ΄ αδεία έχων ιερουργείν ενταύθα συμφώνως προς τα θέσμια και την τάξιν του Αγιωνύμου ημών Όρους. Όθεν, φιλαδέλφως προτρεπόμεθα Υμίν όπως επιφυλάξητε την προσήκουσαν πρόφρονα δοχήν και ξενίαν…». (Τυπικό Συστατήριο φαίνεται στην παρακάτω εικόνα). Αν υπάρχει τέτοιο έγγραφο, ας το παρουσιάσουν οι Ουκρανοί!

Επομένως οι Μονές φέρθηκαν κατά βούληση, όπως είναι ελεύθερες να ενεργήσουν. Η Μονή Παντοκράτορος τους επέτρεψε να λειτουργήσουν. Στο κονάκι της Μονής Εσφιγμένου τους υποδέχθηκε μόνο ο ηγούμενος, χωρίς να φοράει ούτε το ράσο του! Η Μονή Αγ. Παντελεήμονος δεν τους δέχθηκε. Τις επόμενες μέρες θα πληροφορηθούμε πως φέρθηκαν οι υπόλοιπες 2-3 Μονές που επισκέφθηκαν.

Η ουκρανική προπαγάνδα παρουσίασε το γεγονός σαν αποδοχή της «νέας Εκκλησίας» από το Άγιο Όρος.
Η αλήθεια είναι διαφορετική: Η Ιερά Κοινότητα δεν έστειλε αντιπροσωπεία στην ενθρόνιση του νέου «Αρχιεπίσκοπου» και η Ιερά Επιστασία δεν χορήγησε Συστατήριο έγγραφο. Η επίσημη θέση του Αγίου Όρους δεν έγινε ακόμα γνωστή».

ΠΗΓΗ

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο Γερμανίας Αυγουστίνος αποκαλύπτει το πραγματικό αιρετικό του πρόσωπο.


Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ὁ ὁρισμὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὸν ἀμοραλιστὴ μηδενιστὴ ὑπηρέτη τῶν ἡγετῶν τῆς Ν.Τ.Π. ψευδοποιμένα, τὸν Γερμανίας Αὐγουστῖνο

Ὁ Γερμανίας Αὐγουστῖνος ὡς …δογματικὸς καὶ …«μάρτυρας» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Μετὰ τὸν «μαρτυρικὸ» βίο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου ποὺ ἀναγκάζεται γιὰ τὸ καλὸ τοῦ κόσμου καὶ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων νὰ ταξιδεύει μὲ ἰδιωτικὰ γιὼτ στὸν Βόρειο Πόλο γιὰ συμπροσευχές, νὰ βγάζει ὁμιλίες ὑπὲρ τοῦ προέδρου τῆς Κόκα-Κόλα, νὰ ἀναγνωρίζεται ἐπίτιμος καθηγητὴς ἀπὸ πολλὰ πανεπιστήμια παγκοσμίως, νὰ λαμβάνει πάμπολλα βραβεῖα γιὰ τὶς οἰκουμενιστικές του δραστηριότητες καὶ παράλληλα νὰ «παρεξηγεῖται καὶ νὰ συκοφαντεῖται» ἀπὸ τοὺς «ἀκραίους» Ὀρθόδοξους, τώρα ἐμφανίστηκε στὸ προσκήνιο μία ἄλλη «μαρτυρικὴ» μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας: ὁ Γερμανίας Αὐγουστῖνος. Ὁ δὲ Αὐγουστῖνος ἀποκαλύπτεται στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ ὄχι μόνο ὡς «μάρτυρας» ἀλλὰ καὶ ὡς θαυμάσιος αἱρετικὸς ἑρμηνευτής, δογματικὸς τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἀκόμα καὶ ὁ Περγάμου Ζηζιούλας πρέπει νὰ προσκυνήσει ὅσον ἀφορᾶ τὸν ὁρισμὸ ποὺ δίνει ὁ Αὐγουστῖνος στὸν Οἰκουμενισμό.


Στὴν βράβευση ποὺ ἔγινε πρὸς τιμή του μὲ τὸ «οἰκουμενιστικὸ βραβεῖο» (Ökumene-Preis), τὸ ὁποῖο τοῦ ἀπέμεινε ὁ πρώην πρόεδρος τῆς Γερμανίας Κρίστιαν Βούλφ, ὁ ὁποῖος παραιτήθηκε, «μαρτυρικὰ» καὶ αὐτός, λόγῳ διαφόρων σκανδάλων (ὑπόθεση Βούλφ κλπ.), λαμβάνει ὅμως τὴν σύνταξη τοῦ προέδρου 236.000 εὐρὼ τὸ χρόνο καὶ παράλληλα ἔχει καὶ ἄλλες «ἐργασίες» καὶ πρόσφατα λανσάρει μὲ τὸ ἀζημίωτο τὸν τούρκικο οἴκο μόδας Yargici στὴν Γερμανία καὶ κατηγορήθηκε γι’ αὐτὸ στὴν γερμανικὴ βουλὴ ἀπὸ πολλὰ κόμματα στὴν γερμανικὴ βουλή, ὁ «νεομάρτυρας» Αὐγουστῖνος εἶπε στὸν λόγο του μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς σὲ ἐλεύθερη μετάφραση (http://www.orthodoxie.net/index.php?id=13&tx_ttnews%5Btt_news%5D=434&cHash=6685b42cf0fc905e109e759272de581f):

Ἀρχίζει νὰ λέει ὁ μητροπολίτης Γερμανίας: «Ὅταν ἔμαθα ὅτι θὰ βραβευθῶ μὲ τὸ “Οἰκουμένη βραβεῖο“ (Ökumene-Preis) ἔμεινα ἔκπληκτος. Ἡ ἔκπληξη μου αὐτὴ ἀφοροῦσε καὶ τὸν τομέα τῆς γλώσσας, μιᾶς καὶ στὰ Γερμανικὰ ἡ λέξη Preis σημαίνει τόσο τὴν βράβευση ὅσο καὶ τὸ τίμημα ποὺ πληρώνει κανείς… Ποιό εἶναι λοιπόν, τὸ τίμημα ποὺ πρέπει ἐγὼ σὰν Αὐγουστῖνος, ἐμεῖς σὰν Χριστιανὲς καὶ Χριστιανοὶ καὶ σὰν Εκκλησίες νὰ πληρώσουμε; Ποιό τίμημα ἀπαιτεῖ ἡ κίνηση τῆς Οἰκουμένης (σσ. ὁ Οἰκουμενισμός) ἀπὸ ἐμᾶς ὅλους, ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο;» Τὴν τραγικὴ νότα ποὺ ἀποδίδει ὁ Γερμανίας στὸν λόγο του θὰ τὴν ζήλευαν πολλοὶ θεατρίνοι. Ὁ Αὐγουστῖνος μιλάει λὲς καὶ ἀγωνίζεται σὲ ἕνα περιβάλλον διωγμοῦ, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι ποὺ διώκει καὶ δὲν ἀνέχεται ἀντίλογο, καὶ θυσίας, ἐνῶ ὁ ἴδιος θυσιάζει τὴν Πίστη γιὰ τὰ νεοταξικὰ οἰκουμενιστικὰ συμφέροντα καὶ τὴν πατρίδα ποὺ τὸν γέννησε, ὅταν ἀκόμα καὶ Γερμανοὶ διαμαρτύρονται γιὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ ἀδικία, γιὰ νὰ τὰ ἔχει καλὰ μὲ τὸ γερμανικὸ βαθὺ κράτος, μὴ ἔχοντας ἐκφωνήσει αὐτὸς καὶ τὸ ἱερατικό του περιβάλλον οὔτε ἔστω καὶ δύο σειρὲς ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας. Μιλάει γιὰ τίμημα αὐτὸς ποὺ «ἔστησε τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου» πάνω στὸν οἰκουμενιστικὸ βωμό. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει τὸ τίμημα ὡς ὀρθόδοξος ποιμένας, ἀλλὰ «τὸ τίμημα» ποὺ ὑποτίθεται πρέπει νὰ «πληρώσει» μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς συνοδοιπόρους του ὡς οἰκουμενιστής.

«Ὅταν ἦρθα στὴν Γερμανία τὴν δεκαετία τοῦ 60 οἱ οἰκουμενικὲς ἐμπειρίες μου περιορίζονταν στὴν ἀκαδημαϊκὲς διαλέξεις τῶν καθηγητῶν στὴν Χάλκη (!!!). Ἔτσι ἦρθα… τελικὰ στὸ Βερολίνο μὲ μία οἰκουμενικὴ ὄρεξη νὰ βιώσω καὶ νὰ μάθω τὴν ντόπια ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα. Τὰ πρῶτα βήματα τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης λοιπόν, εἶναι νὰ μάθεις τὸν ἄλλο, καὶ αὐτό… συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Καὶ ἡ γνωριμία μὲ τὸν ἄλλο προκαλεῖ καὶ μία γνωριμία μὲ τὸν ἑαυτό μου καὶ μία γνωριμία μὲ τὴν Ἐκκλησία μου». Εἶναι ἀπίστευτο αὐτὸ ποὺ πουλάει ὡς συγκινησιακὴ φόρτιση ὁ ὑποτιθέμενος ὀρθόδοξος «ποιμένας» Αὐγουστῖνος. Ὅποιος ἔχει ἔστω καὶ λίγο διαβάσει τὶς ὑποσχέσεις ποὺ πρέπει νὰ δίνει ἕνας ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος καὶ τὰ καθήκοντα ποὺ πρέπει νὰ ἔχει καὶ τώρα διαβάζει αὐτὲς τὶς γραμμὲς πρέπει νὰ τὸν πιάνει ναυτία. Γνωρίζοντας τὸν παπισμὸ καὶ τὸν προτεσταντισμὸ ὁ Αὐγουστῖνος, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίσει καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν Ὀρθοδοξία μέχρι καὶ σήμερα!!! Πραγματικὰ εἶναι ἕνα μαρτύριο νὰ εἶσαι ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος καὶ ἔξαρχος Δ. Εὐρώπης, ἀλλὰ νὰ μὴ γνωρίζεις ποιὸς εἶσαι καὶ ποιανῆς ἀκριβῶς ἐκκλησίας εἶσαι ἐπίσκοπος. Συμπάσχουμε μαζί σας, σεβασμιώτατε. Ἀκόμα ποιὸ τραγικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ ὅλα προετοιμάστηκε θεωρητικὰ ὁ Αὐγουστῖνος στὴν ἐκκλησιαστικὴ σχολὴ τῆς Χάλκης ἤδη ἀπὸ τὸ 1960. Φυσικὰ οἱ δικοί μας ἐδῶ εὐσεβεῖς ποιμένες θὰ πιπιλίσουν πάλι τὴν ἴδια καραμέλα, ὅτι δὲν τὰ γνώριζαν αὐτά, λὲς καὶ τώρα ποὺ τὰ γνωρίζουν, κάνουν κάτι. Δὲν τὰ γνώριζαν ὁ Ναυπάκτου, ὁ Πειραιῶς, ὁ Γόρτυνος κλπ. γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀντέδρασαν. Καὶ τώρα ποὺ τὰ γνωρίζουν δημοσιεύουν κείμενα καὶ συλλειτουργοῦν μὲ τοὺς κατηγορούμενους.

Τὸ ἀποκορύφωμα ὅμως ἀποτελοῦν οἱ ἑξῆς δηλώσεις:

«Τὸ τίμημα τῆς Οἰκουμένης ποὺ πρέπει νὰ πληρώσω, εἶναι λοιπόν, ἡ φυγὴ ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση “splendid isolation“, στὴν ὁποία ζούσαμε βολεμένοι ὅλοι μας ἐδῶ καὶ αἰῶνες. Οἰκουμενικὴ κίνηση σημαίνει κατὰ κάποιο τρόπο ἡ παραίτηση ἀπὸ τὴν ζεστὴ φωλιά μας, γιὰ νὰ ἀφήσουμε νὰ φυσήξει τὸν τραχὺ ἄνεμο τῆς διαδογματικῆς πραγματικότητας στὰ αὐτιά μας. Καὶ φυσικά νὰ ἀφήσουμε τὴν βάση, στὴν ὁποία βασιζόμαστε ὡς ἐκκλησίες ἢ ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐκκλησιῶν καὶ νὰ συναντηθοῦμε κοιτάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὰ μάτια». Μεγαλύτερη καὶ καλύτερη διακήρυξη γιὰ τὸ τί σημαίνει ἡ Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἰπωθεῖ ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἀντιοικουμενιστή. Ὁ Αὐγουστῖνος ἀρνεῖται δημοσίως καὶ περήφανα τὴν ἀσφάλεια τῆς φωλιᾶς τῆς ὄρνιθας Ἐκκλησίας («Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ… ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε», Λουκ. 13, 34), ἀρνεῖται τὴν ὀρθόδοξη στάση αἰώνων, τὴν ὁποία ὀνομάζει ἀπομόνωση, κάνοντας θρασύτατα ἀκόμα καὶ ἐπίδειξη τῶν ἀγγλικῶν του “splendid isolation“ εἰς βάρος τῆς Πίστεως· ἀρνεῖται τὴν στάση τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων, ποὺ ὑποτίθεται αὐτὸς διαδέχθηκε καὶ τιμᾶ· ἀρνεῖται τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας· ἀρνεῖται τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ καταδίκασαν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀπαγόρεψαν τὸν διάλογο ἄνευ μετανοίας ἐκ μέρους τους («μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»)· ἀρνεῖται τὴν μοναδικότητα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Πίστεως· ἀρνεῖται τὸν ρόλο του ὡς ποιμένα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀρνεῖται γιὰ νὰ βιώσει τὸν «τραχὺ ἄνεμο τῆς διαδογματικῆς πραγματικότητας», τὴν λαίλαπα, τὸν οἶστρο τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ πιστὸς αὐλικὸς του π. Γεράσιμος Φραγκουλάκης, ἐλπίζοντας σὲ μία ἐπισκοπικὴ προαγωγή, δηλώνει ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι εἶναι ἐφεύρημα ἀρρωστημένων μυαλῶν. Ὁ Αὐγουστῖνος τὰ ἀρνεῖται γιὰ νὰ βραβευθεῖ! Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν βραβεύει μὲ βραβεῖα ἀπὸ χέρια ἐπισήμων, ἀλλὰ μὲ διωγμοὺς καὶ ἐμπαιγμοὺς ἀπὸ χέρια διωκτῶν. Καὶ φυσικὰ ὁ Αὐγουστῖνος τὰ ἀρνεῖται, διότι δὲν φοβᾶται καμία ἐπίπτωση τῶν ἐνεργειῶν του. Γνωρίζει ὅτι οἱ συνεπίσκοποί του μπορεῖ καμία φορὰ νὰ γαβγίζουν, κάτι νὰ ἐκδώσουν ἀπὸ τὸ γραφεῖο τους ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, κάτι νὰ γράψουν γιὰ ἐντυπωσιασμό, ἀλλὰ δὲν δαγκώνουν, ἀντιθέτως ζητοῦν καὶ αὐτοὶ βραβεῖα καὶ μερίδιο ἀπὸ τὴν πίττα καὶ κουνοῦν τὴν οὐρά τους ἀπὸ χαρά, ὅταν συνευρεθοῦν καὶ συλλειτουργήσουν.

«Ἕνα ἄλλο τίμημα, ποὺ καλέστηκα νὰ πληρώσω, σὲ ἕνα κόσμο ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἔλλειψη (κοινωνικοῦ) συγχρονισμοῦ, εἶναι ἡ ἀδυναμία μερικῶν συμπολιτῶν μου ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν δική μου Ἐκκλησία νὰ καταλάβουν ἔστω καὶ λίγο τὰ σημάδια τῶν καιρῶν καὶ τὴν οἰκουμενικὴ κίνηση. Πολὺ πρὶν ἐμφανιστοῦν τὰ σημερινὰ ΜΜΕ μὲ τὴν χειμαρρώδη αὔξηση τῆς κατάκρισης καὶ τῶν προσβολῶν, βίωσα τὶς ὕβρεις ἐναντίον τῆς οἰκουμενικῆς δραστηριότητάς μου».

Ἐδῶ ὁ διὰ βραβείου «μάρτυρας» Αὐγουστῖνος παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν ἀμνὸ ποὺ σφάζεται οἰκειοθελῶς στὸν βωμὸ τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Εἶναι σὰν τὴν ἱστορία τοῦ φονιᾶ ποὺ τὸν πείραζαν οἱ κατηγορίες ὅτι σκότωσε καὶ ὄχι τὸ ἴδιο τὸ γεγονός. Ἔτσι καὶ ὁ Αὐγουστῖνος φονεύει τὴν πίστη, μολύνει καὶ φονεύει τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν –ποὺ ὑποτίθεται ποιμαίνει καὶ ἔπρεπε νὰ προφυλάσσει («σκοπὸν δέδωκά σε»)– γνωρίζει ὅτι ὁ πνευματικὸς καὶ ψυχικὸς αὐτὸς φόνος εἶναι ἐνάντια στοὺς Ἱ. Κανόνες καὶ στὶς παρακαταθῆκες ποὺ παρέλαβε, ἀλλὰ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες αὐτῶν ποὺ ἀντιστέκονται. Ἡ μεγαλομανία καὶ ὁ τρυγμὸς τῶν ὀδόντων ἐναντίον τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν εἶναι κοινὸ στοιχεῖο ὅλων τῶν αἱρετικῶν. Ἡ δὲ μεγαλομανία τοῦ Γερμανίας Αὐγουστίνου γίνεται ἀκόμα πιὸ φανερὴ ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο ποὺ χρησιμοποιεῖ, ὑποτιμώντας τὴν νοημοσύνη μας. Ὁ ὅρος «ἔλλειψη (κοινωνικοῦ, πολιτισμικοῦ, θρησκευτικοῦ κλπ.) συγχρονισμοῦ» εἶναι ἕνας ὅρος ποὺ ἀναβίωσε στὴν Γερμανία κυρίως στὴν περίπτωση τῆς ἑλληνικῆς κρίσης καὶ χρησιμοποιήθηκε κατὰ κόρον γιὰ νὰ μειώσουν τοὺς Ἕλληνες καὶ νὰ ὑψώσουν τοὺς Γερμανούς, ὅπως τώρα ὁ Αὐγουστῖνος μειώνει τοὺς Ὀρθόδοξους καὶ ὑψώνει τοὺς αἱρετικούς (Βλ. Danae Coulmas, Von der Ungleichzeitigkeit der Kultur oder: das „schwierige Geschäft, Grieche zu sein“ http://www.das-parlament.de/2012/35-37/Beilage/006.html καὶ “Griechenland-Bashing” στὸν γερμανικό δημόσιο λόγο http://www.spiegel.de/politik/ausland/altkanzler-gerhard-schroeder-kriti…, http://nachrichten.t-online.de/alexander-dobrindt-nach-griechenland-bash…, http://www.fr-online.de/debatte/griechenland-bashing-das-hellenische-fie…. http://www.welt.de/newsticker/dpa_nt/infoline_nt/brennpunkte_nt/article1…, http://www.handelsblatt.com/politik/deutschland/euro-debatte-ex-kanzler-…, http://www.morgenpost.de/politik/article108809324/CSU-General-Dobrindt-e…).

Ὁ Αὐγουστῖνος ποὺ ὑποβιβάζει καὶ προσβάλλει Ὀρθόδοξους καὶ Ἕλληνες διεθνῶς καὶ χωρὶς ἐπιχειρήματα παραπονεῖται γιὰ αὐτοὺς ποὺ τὸν κατηγοροῦν δικαίως καὶ μὲ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἀνέτρεψε, γιατὶ ἁπλῶς δὲν ἀνατρέπονται, μιᾶς καὶ σὲ ἄλλες ἐποχὲς πραγματικῆς ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοτομίας θὰ εἶχε μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες καὶ αὐτὸς καὶ ὁ οἰκουμενιστικὸς συφερτός του καθαιρεθεῖ.

Καὶ νὰ ἡ ἀπόδειξη τῆς αὐθάδειάς του:



Γράφει στὸν λόγο του σχετικὰ μὲ τὴν γνωστὴ φωτογραφία, τῆς ὁποίας πρῶτα ἀμφισβητοῦσε τὴν αὐθεντικότητα: «Ὅταν δημοσιεύθηκε παντοῦ, ἀγαπητὲ ἐπίσκοπε Wiesemann (σσ. ὁ ἐπίσκοπος ποὺ τὸν εὐλόγησε στὴν γνωστὴ φωτογραφία ἦταν παρὼν στὴν ἐκδήλωση), ἡ ὁποία μᾶς δείχνει στὴ κοινὴ τελετὴ ἐνθύμησης τῆς Βαπτίσεως στοὺς Τρεβήρους, τὴν στιγμὴ ποὺ ραντίζετε τὸ μέτωπό μου μὲ νερό, στὸν ἑλληνικὸ τύπο διαδόθηκε ὅτι ὁ Μητροπολίτης Αὐγουστῖνος χρίζεται ἢ ξαναβαπτίζεται ἀπὸ ἕναν ρωμαῖο Καρδινάλιο. Αὐτὸ ἦταν τὸ τίμημα ποὺ πλήρωσα γιὰ τὴν Οἰκουμένη».

Πόσο μεγαλομανής, πόσο πεπεισμένος γιὰ τὸν ἑαυτό του, πόσο τετυφλωμένος καὶ πωρωμένος πρέπει νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος γιὰ νὰ κάνει τέτοιες δηλώσεις. Ἐνῶ στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ὑπάρχει τέτοια τελετή, ἐνῶ στὴν Ὀρθοδοξία οἱ Ἱ. Κανόνες ἀπαγορεύουν τέτοια τελετή, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἅγ. Πατέρες ἀπαγορεύουν ρητὰ τὲτοιες ἐνέργειες, ἐνῶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι δηλώνουν κάθε Κυριακὴ περίτρανα καὶ ἐπαινετικὰ τὴν στάση αὐτὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ὁ Γερμανίας Αὐγουστῖνος, τὰ περιφρονεῖ, τὰ ὑποτιμάει, τὰ πετάει στὸν κάλαθο τῶν ἀχρήστων καὶ ἐνῶ διαπομπεύει δημοσίως καὶ μπροστὰ σὲ ἀλλόδοξους τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο ὡς φανατικὸ καὶ ἐμπαθές (λὲς καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι πρὶν ἐμφανιστεῖ ὁ Αὐγουστῖνος ὡς οἰκουμενιστικὸς ἀστέρας ἦταν πηγὴ φασαριῶν καὶ ἀναταραχῆς γιὰ τὴν Γερμανία καὶ μὲ τὸν ἐρχομό του αὐτὸ σταμάτησε καὶ προωθήθηκε ἡ εἰρήνη), ἐπειδὴ ἀντέδρασε στὶς παρανομίες του, ὅπως νομίμως καὶ κανονικῶς τοῦ ἁρμόζει, παραπονιέται καὶ ἀπὸ πάνω, παρουσιάζοντας τὸν ἑαυτό του ὡς μάρτυρα ποὺ πληρώνει τὸ ἀνάλογο τίμημα. Ξέχασε φυσικὰ ὅτι στὴν ἀρχὴ ἠρνεῖτο τὸ γεγονὸς καὶ τὸ χαρακτήριζε φωτομοντάζ καὶ σκευωρία ἐναντίον του. Ξέχασε φυσικὰ τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ἄλλη αἵρεση τοῦ ἐπισκοπικοῦ πρωτείου καὶ τοῦ δεσποτισμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ἄρχοντας τοῦ ποιμνίου ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ποιμένας του. Ὄτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι αὐτὸς νομίζει, ἀλλὰ περιορίζεται ἀπὸ Κανόνες καὶ ἀπὸ τὴν δυσχιλιετὴ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ξέχασε ὅτι ἡ ἀγάπη τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν ἐπαναπροσδιορίζεται οὔτε ἐπανεκτιμεῖται.

Κ. Αὐγουστῖνε, γιατὶ δὲν γίνεστε Καρδινάλιος, ἐπίσκοπος σὲ μία ἀπὸ τὶς «ἐκκλησίες» ποὺ ἐσεῖς ἀναγνωρίσατε; Κἀποιοι Βησσαρίωνες καὶ ἄλλοι τὸ ἔπραξαν καὶ γλύτωσαν ἀπὸ τὸν «ὀρθόδοξο φανατισμό». Ἐκεῖ θὰ ἔχετε τὴν εὐκαιρία νὰ πάρετε πολλὰ βραβεῖα, νὰ παρανομεῖτε ὅπως θέλετε, νὰ δογματίζετε ἀνάλογα μὲ τὴν διάθεσή σας, νὰ ἀγκαλιάζεστε καὶ νὰ προσεύχεστε μὲ ὅποιον σᾶς ἀρέσει, θὰ εἶστε παντοῦ καλοδεχούμενος, θὰ μετέχετε σὲ πολλὰ συνέδρια μὲ μπόλικη σαμπάνια καὶ πλούσια ἐδέσματα καί, τὸ σπουδαιότερο, «χωρὶς προφυλάξεις», αὐτὸ ξέρετε τὸ τόσο βασανιστικὸ γιὰ καθένα ποὺ παρανομεῖ καὶ θέλει ταυτόχρονα νὰ φαίνεται πιστός!. Ἀφῆστε ἐπιτέλους τὴν Ὀρθοδοξία μας νὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει ὅπως ξεκίνησε. Ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία μὲ ἕνα Βάπτισμα, καὶ μία ἀποστολή: τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, αἱρετικῶν καὶ ἀλλόθρησκων, ποὺ ὅμως –κατὰ τὴν ἀδιαπραγμάτευτη Ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας– μετανοεῖ.

Πληρῶστε καὶ αὐτὸ τὸ τίμημα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Γιὰ ὅσους καλοθελητὲς τοῦ Γερμανίας ποὺ θὰ σπεύσουν νὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ νὰ ἀπειλήσουν γιὰ τοὺς χαρακτηρισμούς μου ἂς κοιτάξουν πρῶτα τοὺς ἀνάλογους τοὺ π. Γερασίμου, Φραγκουλάκη, Τσέτση κλπ. ὅπως «ανεγκέφαλοι, οι οποίοι υποδύονται τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, είναι όμως ανήθικοι, μισάνθρωποι, ελεεινοί και τρισάθλιοι, ψεύτες και μεγαλοαπατεώνες του πνεύματος, φονταμενταλιστές, ἀκραῖοι, νεοναζί, αξιοκατάκριτοι και σφετεριστές της πνευματικής περιουσίας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και συνεπώς της Ορθοδοξίας» .http://fanarion.blogspot.com/2018/01/blog-post_3.html?m=1 http://fanarion.blogspot.com/2016/04/blog-post_16.html?m=1http://fanarion.blogspot.com/2017/07/blog-post_30.html?m=1 καὶ ἀλλοῦ.

ΠΗΓΗ

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

Διάδοχος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ο πατριάρχης Βαρθολομαίος;

 Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

1. Ἑορτάζουν τούς Ἁγίους ὑποκριτικά

Πολλές φορές ἔχομε ἐπισημάνει ὅτι ἡ κακή τριάς τῶν πατριαρχῶν Μελετίου Μεταξάκη, Ἀθηναγόρα τοῦ Α´ καί Βαρθολομαίου, τοῦ νῦν ἀκλεῶς πατριαρχοῦντος, ἔχουν ἐκτρέψει τήν πορεία τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν ὀρθόδοξο δρόμο τῶν Ἁγίων Πατέρων στήν σκολιά καί διεστραμμένη ὁδό τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς συναπτόμενης μέ αὐτόν ἐκκοσμίκευσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου.

Παρά ταῦτα γιά νά μή φανερωθεῖ ἡ καταστροφική αὐτή πορεία, ἔργο τοῦ Διαβόλου, περίτεχνα μέ ἐντυπωσιακή διγλωσσία καί διψυχία, ἐμφανίζονται ὡς ἀκόλουθοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὡς διάδοχοί των ὄχι μόνον στούς θρόνους ἀλλά καί στούς τρόπους. Γνωρίζουν καλά ἀπό τίς θεολογικές τους σπουδές ὅτι ἡ ἀποστολική διαδοχή διακόπτεται, ὅταν δέν ὑπάρχει διαδοχή στήν ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία, ὅταν ἀποδέχονται αἱρετικές καί ἀντιπατερικές διδασκαλίες, γι᾽ αὐτό καί προσπαθοῦν στούς ἁπλοϊκούς πιστούς νά ἐμφανίζονται ὡς συνεχιστές καί διάδοχοι τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἰδιαίτερα ὅταν τό ἑορτολόγιο ἐπιβάλλει τήν τιμή καί τήν ἐξύμνησή τους.

2. Διωγμένος ἀπό ἀνάξιους πατριάρχες καί ἐπισκόπους


Αὐτό συνέβη καί πρό ὀλίγων ἡμερῶν στήν Κωνσταντινούπολη, στόν πάνσεπτο πατριαρχικό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου ἑορτάσθηκε, στίς 27 Ἰανουαρίου, ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἀπό τά Κόμανα τοῦ Πόντου στήν Κωνσταντινούπολη. Ὡς γνωστόν ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος καί Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ μέγιστος τῶν Πατέρων ὅλων τῶν ἐποχῶν, θεόθεν κληθείς στόν πατριαρχικό θρόνο τό 397, ἐνῶ ἦταν πρεσβύτερος στήν Ἀντιόχεια, καί ἐνθρονισθείς τόν Φεβρουάριο τοῦ 398, ἐξορίσθηκε δύο φορές καί καθαιρέθηκε ἀπό φαύλους καί ἀναξίους ἐπισκόπους μετά ἀπό ἐλάχιστα ἔτη πατριαρχίας. Τήν πρώτη φορά ἀπό τήν διαβόητη «Ἐπί δρῦν» σύνοδο τό 403· ἐπανῆλθε ὅμως, πρίν φθάσει στόν τόπο τῆς ἐξορίας, λόγῳ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ καί σημειωθέντος σεισμοῦ. Τήν δεύτερη ὅμως ἐξορίσθηκε ὁριστικῶς τό ἑπόμενο ἔτος 404, κατόπιν συμμαχίας ἐναντίον του καί τοῦ πολιτικοῦ καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κατεστημένου. Ἐπί τρία ἔτη ἐξόριστος σέ ἀπαράκλητους καί ἀπόμακρους τόπους, στήν Κουκουσό καί Ἀραβισσό τῆς Ἀρμενίας ὑπό ἀπάνθρωπες συνθῆκες, πού ἀπέβλεπαν στό νά φιμώσουν τόν ἀφυπνιστικό λόγο του καί νά τόν ὁδηγήσουν στόν θάνατο, ὅπως καί ἔγινε. Τελικῶς ἀπό τόν Ἰούνιο τοῦ 407 ὁδοιπορῶν ἐπί τρεῖς μῆνες γιά νά φθάσει στόν νέο τόπο τῆς ἐξορίας του, στήν Πιτυοῦντα τοῦ Καυκάσου, στό βορειοανατολικό ἄκρο τοῦ Εὐξείνου Πόντου, καί ἐνῶ ἐπί τρεῖς μῆνες εἶχαν διανύσει μόνο τό ἕνα τρίτο τῆς ἀποστάσεως μέχρι τήν Πιτυοῦντα, δέν ἄντεξε στήν πολυχρόνια καί τώρα πολύμηνη ταλαιπωρία καί παρέδωσε τό ἀνύστακτο, ἄκαμπτο καί ἀνυποχώρητο πνεῦμα του στόν Κύριο στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407, ἐνταφιασθείς σέ ναΰδριο τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου κοντά στά Κόμανα τοῦ Πόντου.

Οἱ ἐναντίον του διωγμοί, ἀλλά στήν συνέχεια καί τῶν ὀπαδῶν του, ἀπό τήν κρατοῦσα καί διοικοῦσα Ἐκκλησία προκάλεσαν σχίσματα στήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ὑποστηρίζουσα τόν μεγαλομάρτυρα καί χρυσορρήμονα Ἅγιο, διέκοψε τήν κοινωνία μέ τίς Ἐκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας πού τόν ἐδίωξαν, μεγάλος δέ ἀριθμός ἐπισκόπων, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως διέκοψαν τήν κοινωνία μέ τόν πατριάρχη καί τούς ἐπισκόπους. Τό διορθόδοξο σχίσμα ἔληξε σταδιακά, ὅταν τό 413 ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας ἐπανέγραψε τό ὄνομα τοῦ Χρυσοστόμου στά Δίπτυχα καί στή συνέχεια τό 417 ἔπραξαν τό ἴδιο καί οἱ ἐκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως καί Ἀλεξανδρείας. Τό τοπικό σχίσμα στήν Κωνσταντινούπολη ἔληξε τό 438, ὅταν μέ τήν θριαμβευτική ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του, στίς 27 Ἰανουαρίου, ἐπανατοποθετήθηκε στόν θρόνο του, ἀπό τόν ὁποῖο ἀδίκως καί ἀντικανονικῶς εἶχε ἐκδιωχθῆ. Ἐγωϊσμοί, κακίες, ἐμπάθειες, παρασυναγωγές, συνέδρια καί σύνοδοι ἀνόμων, ὅπου κυρίως πρωταγωνιστοῦσαν ἄθλιοι καί ἀνάξιοι ἐπίσκοποι, ἐταλαιπώρησαν καί ἔσχισαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μόνο καί μόνο γιά νά μήν ἀκούγεται ὁ προδρομικός ἐλεγκτικός λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, καί ὁ ἅγιος βίος του ἀπό φθόνο νά μήν ἀποτελεῖ μέτρο συγκρίσεως πρός τούς φαύλους καί ἀναξίους κληρικούς. Εἶναι συνταρακτική, συντριπτική, γιά τό ἐπισκοπᾶτο ὅλων τῶν ἐποχῶν ἡ ἐκτίμησή του σέ ἐπιστολή πρός τήν διακόνισσα Ὀλυμπιάδα ἀπό τόν τόπο τῆς ἐξορίας του. Τῆς γράφει ὅτι δέν φοβᾶται οὔτε τίς σωματικές κακουχίες καί στερήσεις, οὔτε τίς ἐπιθέσεις τῶν ληστῶν Ἰσαύρων· ἕνα μόνο φοβᾶται, τούς ἐπισκόπους, πλήν ὀλίγων: «Οὐδένα δέδοικα, ὡς τούς ἐπισκόπους, πλήν ὀλίγων»1.

Τό ἐλεγκτικό του κήρυγμα στήν κοσμική καί αὐτοκρατορική Κωνσταντινούπολη ἐναντίον τῆς πολυτελείας, τοῦ θεάτρου, τοῦ ἱπποδρόμου, τοῦ καλλωπισμοῦ τῶν γυναικῶν, τῆς τρυφηλῆς ζωῆς, τῆς ἐγωϊστικῆς χρήσης τοῦ πλούτου, τῆς ὁμοφυλοφιλίας, τῆς ἀγοραπωλησίας τῆς ἱερωσύνης, τῶν εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν καί ἐθίμων, τά ἀντιϊουδαϊκά καί ἀντιαιρετικά του κηρύγματα, πού τά ἔστρεψε ἀκόμη καί ἐναντίον τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας καί γυναικῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, συνετέλεσαν στό νά σχηματισθεῖ ἐναντίον του ἕνας ἰσχυρός συνασπισμός ἐχθρῶν καί ἀντιπάλων μέ συνέπεια, ἀπό τά ἐννέα ἔτη τῆς νόμιμης πατριαρχίας του (398-407), μόνον τά ἕξη νά περάσει στήν Κωνσταντινούπολη, καί αὐτά ὄχι ἀδιατάρακτα, τά δέ τρία τελευταῖα (404-407) στήν ἐξοντωτική καί θανατηφόρα ἐξορία του. Βρίσκει κανείς πορτραῖτα, εἰκόνες, τύπους τέτοιων πατριαρχῶν καί Ἁγίων στήν αὐχμηρή καί πνευματοκτόνο ἐποχή μας;

3. Ἄξιος διάδοχος τοῦ Χρυσοστόμου ὁ Βαρθολομαῖος;

Αὐτές τίς σκέψεις ἔκανα ὅταν τίς ἡμέρες αὐτές εἶδα νά κυκλοφοροῦν στό Διαδίκτυο φωτογραφίες ἀπό τόν ἑορτασμό, στίς 27 Ἰανουαρίου, τῆς ᾽Ανακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Σέ μία ἀπό αὐτές στόν πατριαρχικό θρόνο, σύμφωνα μέ τήν ἱστορική πράξη τῆς ἐνθρονίσεως τῶν λειψάνων, εἶναι τοποθετημένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου. Τιμητικά τήν ἡμέρα αὐτή ὁ πατριάρχης δέν ἀνεβαίνει στόν θρόνο. Στό παραθρόνι δίπλα ἵσταται ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Δύο πατριάρχες, δύο ἐπίσκοποι, δύο ἐποχές, δύο κόσμοι, δύο δυστυχῶς διαφορετικοί δρόμοι!

Δέν τολμᾶ κανείς νά κάνει συγκρίσεις, καί δέν θά ἔπρεπε νά κάνει, ἀκόμη καί ἄν στό παραθρόνι καθόταν ἕνας παλαιός ἤ ἕνας σύγχρονος Ἅγιος. Εἶναι ἀσύγκριτο τό μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου· μόνον οἱ δύο ἄλλοι ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, ὁ Μ. Βασίλειος καί ὁ Γρηγόριος Θεολόγος, τόν συναγωνίζονται. Ὑπάρχει μάλιστα διήγηση βιογράφων του πού τήν ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἀραβισσοῦ Ἀδελφειός, πού ἀγαποῦσε πολύ τόν θεῖο Χρυσόστομο, ἐπιθυμοῦσε πολύ νά μάθει ποιά δόξα ἀξιώθηκε νά λάβει ἀπό τόν Θεό στούς οὐρανούς. Σέ ὀπτασία λοιπόν τοῦ ἐμφανίσθηκε ἄγγελος, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδειξε ὅλους τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας σέ ἕνα λαμπρό τόπο. Παρατήρησε ὅλους μέ προσοχή, ὅμως ἀνάμεσά τους δέν ἦταν ὁ ἀγαπώμενος ἱεράρχης, γι᾽ αὐτό καί ἦταν περίλυπος. Ὅταν ὁ ἄγγελος ἔμαθε τήν αἰτία τῆς λύπης, τοῦ εἶπε ὅτι τόν Ἰωάννη δέν μπορεῖ κανείς νά τόν ἰδεῖ εὔκολα, καί μάλιστα ἐν ὅσῳ ὡς ἄνθρωπος εἶναι ἐν σώματι, γιατί βρίσκεται ἐκεῖ πού εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ: «Ἰωάννην τόν τῆς μετανοίας λέγεις; Ἄνθρωπος, ἐν σώματι ὤν, ἐκεῖνον ἰδεῖν οὐ δύναται! Ἐκεῖ γάρ παρίσταται, ὅπου ὁ θρόνος ὁ Δεσποτικός»2.

Θά χαιρόμασταν καί θά καυχόμασταν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, ἄν οἱ διάδοχοι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στήν ὕψωση τοῦ ὁποίου ὡς οἰκουμενικοῦ θρόνου συνέβαλε τά μέγιστα ὁ χρυσορρήμων Πατήρ, ἦσαν καί στίς ἡμέρες μας συνεχιστές τοῦ ἔργου καί τῆς διδασκαλίας του, ὅπως καί τοῦ ἔργου καί τῆς διδαδασκαλίας τοῦ ἄλλου μεγάλου ἱεράρχου καί πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού καί αὐτός ἐπατριάρχευσε δύο μόνον ἔτη, ἀφοῦ ἀναγκάσθηκε λόγῳ δολοπλοκιῶν καί πάλι νά παραιτηθεῖ (379-381). Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι στό διάβα τῶν 17 αἰώνων πατριαρχικῆς ἱστορίας ἡ Κωνσταντινούπολη δοξάσθηκε ἀπό μεγάλα ἀναστήματα πατριαρχῶν, ἄν καί ὄχι τοῦ ὕψους καί τῆς ἀξίας τῶν προμνησθέντων δύο, ἐξαιρέσει τοῦ ἐφαμίλλου τους Μ. Φωτίου. Ὑπῆρξαν βέβαια καί κακοί πατριάρχες πού ἔβλαψαν καί ἐζημίωσαν τήν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα μέ τίς αἱρετικές διδασκαλίες τους κατά τήν ἐποχή ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρειανισμοῦ, τῶν Χριστολογικῶν αἱρέσεων, τῆς εἰκονομαχίας, τῆς μετά τό μεγάλο σχίσμα τοῦ 1054 προσπάθειας νά ἐπανέλθουν στήν Ἐκκλησία οἱ αἱρετικοί Λατῖνοι. Ἐνδεικτικά ἀναφέρομε μερικούς: Μακεδόνιος, Νεστόριος, Πύρρος, Ἰωάννης Βέκκος, Ἰωάννης Καλέκας.

Ἡ τωρινή ἀναφορά μας στόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τόν ὁποῖο ἀπαξιωτικά, ἀλλά δίκαια, συναριθμήσαμε στήν ἀρχή τοῦ μικροῦ ἄρθρου μας στήν κακή Τριάδα τῶν πατριαρχῶν μαζύ μέ τόν Μελέτιο Μεταξάκη καί τόν Ἀθηναγόρα, πού ἀποτελοῦν σύντρεις τούς τρεῖς κακίστους Ἱεράρχας, θεμελιωτάς καί στύλους τῆς παναιρέσεως τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δέν κινήθηκε οὔτε ἀπό ἀπό κακία, οὔτε ἀπό ἀδιάκριτο ζηλωτισμό, ἀλλά ἀπό τό χρέος πού ἔχουν ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί οἱ λαϊκοί, ὅταν προσβάλλεται καί ἀθετεῖται ἡ Πίστη, νά ὁμιλοῦν καί νά ἐλέγχουν, ἐμποδίζοντας τήν διάδοση τῆς πλάνης καί τῆς ἀρρώστειας, ὅταν μάλιστα αὐτή ὑποκριτικά καί παραπλανητικά ἐμφανίζεται ὡς ὑγεία καί ὡς ἀποστολική καί πατερική πορεία.

Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί οἱ σύν αὐτῷ δέν ἔχουν τίποτε κοινό μέ τούς πρό αὐτῶν Ἁγίους καί Ὀρθοδόξους πατριάρχας καί ἱεράρχας, πολύ περισσότερο μέ τόν κορυφαῖο καί μέγιστο Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο. Ἐκεῖνος ἐδιώκετο καί ἐξορίζετο ἀπό τούς τότε ἰσχυρούς· ὁ Βαρθολομαῖος διώκει ὅσους ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, συμμαχώντας μέ τό παγκόσμιο πολιτικό καί ἐκκλησιαστικό κατεστημένο, τό ὁποῖο τόν προβάλλει, τόν ἐγκωμιάζει, τόν ἐπιβραβεύει. Ὁ Ἅγιος ἐνδιαφερόταν νά σώσει τούς ἀνθρώπους ἀπό τό κακό καί τήν ἁμαρτία· ὁ Βαρθολομαῖος, ἔνθερμος ὑποστηρικτής τοῦ κινήματος τῆς Οἰκολογίας, παγανιστικό ἐφεύρημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς», θέλει νά σώσει τήν φύση, τήν Μητέρα Γῆ, τό εἴδωλο τῆς ὁποίας συμπροσκύνησε μέ ἄλλους φυσιολάτρες. Ὁ Ἅγιος ἀνόρθωσε τά ἤθη τῆς ἐποχῆς του, καταπολέμησε τήν ἐκκοσμίκευση· ὁ Βαρθολομαῖος ὑποδέχεται καί τιμᾶ ὅλους τούς κοσμικόφρονας καί σιωπᾶ γιά τίς ἠθικές ἐκτροπές καί τήν ἔκλυση τῶν ἠθῶν· παντελής σιωπή τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου γιά τήν μόλυνση τοῦ πνευματικοῦ περιβάλλοντος ἀπό τούς πόρνους, τούς μοιχούς, τούς ὁμοφυλοφίλους. Αἰσχροί καί ἀπαράδεκτοι νόμοι ψηφίσθηκαν στήν Ἑλλάδα καί σέ ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες, θυγατέρες τῆς Μητρός Ἐκκλησίες. Οὔτε φωνή οὔτε ἀκρόαση ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ἅγιος μέ σφοδρότητα καί βαρεῖς χαρακτηρισμούς καταδίκασε τίς ἄλλες θρησκεῖες, τίς αἱρέσεις, τά σχίσματα· ὁ Βαρθολομαῖος ἐξισώνει τίς ἄλλες θρησκεῖες, ὡς ὁδούς σωτηρίας μέ τόν Χριστιανισμό, ἐκκλησιοποιεῖ τίς αἱρέσεις, καί δημιουργεῖ σχίσματα. Εἶναι κλασική ἡ διατύπωση τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου ὅτι «τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν»3. Ὅμως ὁ Βαρθολομαῖος ὄχι μόνον δέν ἐθεράπευσε τό μεγάλο ἐνδοορθόδοξο σχίσμα τοῦ Ἡμερολογίου, τό ὁποῖο προκάλεσε ὁ προκάτοχός του Μελέτιος Μεταξάκης, τοῦ ὁποίου ὄντως εἶναι ἄξιος διάδοχος, ἀλλά προκαλεῖ τώρα ὁ ἴδιος νέα σχίσματα μέ τήν διαβόητη σύνοδο στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης, πού διέσπασε τήν πανορθόδοξη ἑνότητα, καί μέ τήν ἀντικανονική ἀπόδοση αὐτοκεφαλίας στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας. Καί δέν εἶναι μόνο τά σχίσματα, εἶναι καί οἱ αἱρετικές διδασκαλίες του. Εἶναι γνωστή ἡ μήνυση πού ὑπέβαλε στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τίς ἑτεροδιδασκαλίες τοῦ Βαρθολομαίου ὁ ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Πῆχος, ἡγούμενος τῆς ἱστορικῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, ὅπως καί τό συγκροτημένο κείμενο τῆς «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν» γιά τήν νέα ἐκκλησιολογία τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου.

Εἶναι ἀτελείωτη ἡ σειρά τῶν οἰκουμενιστικῶν παρεκκλίσεων καί ἐκτροπῶν τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου. Ἤδη συνεργάτες μας τίς ἔχουν συγκεντρώσει καί, σύν Θεῷ, θά γίνουν γνωστές στό ἀκατήχητο καί ἀπληροφόρητο ποίμνιο, ἀλλά καί σέ ὅσους ποιμένες περί ἄλλα μεριμνοῦν καί τυρβάζουν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀσυμβίβαστος καί ἄκαμπτος στήν τήρηση τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου συγκρούσθηκε μέ τίς ἀρχές καί ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου, ἔμεινε λίγα χρόνια ὡς πατριάρχης καί τελικῶς ἀπέθανε στήν ἐξορία. Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, συμβιβασμένος διπλωμάτης, συνεργάζεται μέ τίς ἀρχές καί τίς ἐξουσίες, εἶναι ὁ ἐκλεκτός τους, στήν κατεδάφιση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, διέρχεται μακρά καί ἀδιατάρακτη πατριαρχία ἀπό τό 1991 μέχρι σήμερα. Προσαρμόζει τίς ἐνέργειές του, ὅπως εἶπε στήν προσλαλιά του κατά τήν ἑορτή τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, στά αἰτήματα τῶν καιρῶν, «πάντοτε συμπορεύεται μέ τά αἰτήματα τῶν καιρῶν, ἔχει ὁράματα διά τό μέλλον». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος συμπορεύθηκε μέ τά αἰτήματα τοῦ Εὐαγγελίου, καί τά ὁράματά του ξέφευγαν ἀπό τά τερπνά καί ἡδέα τοῦ κόσμου τούτου, τά μικρά καί περιορισμένα, καί ἦσαν στραμμένα πρός τόν ἄπειρο, τόν ἀπέραντο, τόν ἀνέκφραστο, τόν ἀπερινόητο κόσμο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Εὐχόμαστε πρός τά ἐκεῖ νά στραφεῖ, ἀνατρέποντας τήν μέχρι τώρα κακή πορεία, καί ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος.

____________________________

1. Εἰς Ὀλυμπιάδα, Ἐπιστολή, 14, 4, PG 52, 617.

2. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Λόγος ἐγκωμιαστικός εἰς τήν ἀνακομιδήν τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἐν Εἰς τόν Οἰκουμενικόν Διδάσκαλον καί φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας, ῞Αγιον Ἰωάννην Χρυσόστομον. Βίος-Ἐγκωμιαστικός λόγος-Παρακλητικός κανών-Χαιρετισμοί-Ἀπανθίσματα, Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη, σελ. 25ἑ.

3. Εἰς Ἐφ. Ὁμιλία 11,5, PG 62,87. Αὐτόθι 11,4, PG 62,85: «Ἀνήρ δέ τις Ἅγιος εἶπέ τι δοκοῦν εἶναι τολμηρόν, πλήν ἀλλ᾽ ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δή τοῦτό ἐστιν; Οὐδέ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τήν ἁμαρτίαν ἔφησεν».

ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Αίρεση του παπισμού Κωνσταντινουπόλεως


Του π.. Γεωργίου Μαξίμωφ*
Θρησκειολόγος - Διδάκτωρ Θεολογίας

Η απόφαση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου για την εισπήδηση στην Ουκρανία είχε απήχηση σε όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία με τεράστιες αναστατώσεις οι οποίες δεν παύουν εδώ και αρκετούς μήνες.

Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί διαφόρων χωρών παρακολουθούν με απορία και τρόμο πώς ο προκαθήμενος μιάς σεβαστής Εκκλησίας στα καλά καθούμενα ανακηρύττει οικείο αυτού κανονικό έδαφος εκείνο, το οποίο εδώ και 300 και πλέον χρόνια αναγνωρίζετο από όλους ανεξαιρέτως ως μέρος μιάς άλλης Τοπικής Εκκλησίας, και όσους όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες θεωρούσαν ομοφώνως ως σχισματικούς, αυτούς τους ανακηρύττει μέρος της κανονικής Εκκλησίας, εκτοξεύοντας ταυτόχρονα απειλές να ανακηρύξει σχισματικούς εκείνους, με τους οποίους έχουν ευχαριστιακή κοινωνία όλες οι κατά τόπους Εκκλησίες. 

Παράλληλα, ο πατριάρχης Βαρθολομαίος λές και αγνοεί ότι με τις πράξεις του ενεργοποίησε το μηχανισμό των κρατικών διώξεων κατά της κανονικής Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Άλλωστε, η «λήψη του τόμου» είναι από τα κύρια σημεία του προεκλογικού προγράμματος του ἐν ενεργείᾳ Ουκρανού Προέδρου, ο οποίος επιθυμεί την επανεκλογή του για μια δεύτερη προεδρική θητεία την προσεχή άνοιξη.

Και ιδού, οι αρχιερείς της κανονικής Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας καλούνται από τους κοσμικούς άρχοντες να παραλάβουν γράμματα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τους ιερείς τους πηγαίνουν για «προληπτικές» συζητήσεις στην υπηρεσία ασφάλειας η οποία διαδέχθηκε στην Ουκρανία το KGB, ενώ οι μοναχοί απειλούνται με εκδίωξη από τις Μονές της μετανοίας τους. 

Τις ενέργειές του ο πατριάρχης Βαρθολομαίος χαρακτηρίζει ως «εκχώρηση της αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία». Με όλα αυτά, τα δύο τρίτα των Ουκρανών Ορθοδόξων είναι τέκνα εκείνης της Εκκλησίας, η οποία δεν του ζήτησε το αυτοκέφαλο και αρνείται να το δεχθεί. Ίσως, για πρώτη φορά στην ιστορία έχουμε να κάνουμε με μια βίαιη «εκχώρηση της αυτοκεφαλίας», κάτι το οποίο μας επιβάλλει πολύ σκέψιμο. 

Στους μήνες πού μεσολάβησαν, κυκλοφόρυσαν αρκετά άρθρα και παρεμβάσεις από διάφορες κατά τόπους Εκκλησίες με άσκηση κριτικής κατά των πράξεων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Κυκλοφόρησαν και απολογητικού χαρακτήρα μελέτες από τους εκπροσώπους αυτού και η επακολουθήσασα πολεμική βυθίσθηκε σύντομα στον κυκέωνα της ιστορίας με πρόταξη στον αναγνώστη διαφόρων ερμηνειών της α’ η της β’ φράσεως από κείμενο του 17 αιώνα. Τα θέματα αυτά, βεβαίως, είναι επίσης σημαντικά, αλλά το πιο σημαντικό κρίνεται να εξετάσουμε τις εξελίξεις σε ευρύτερα πλαίσια και να προσεγγίσουμε τις αιτίες των γενομένων αναστατώσεων. Για να πετούχουμε αυτό οφείλουμε να απαντήσουμε στις δύο ερωτήσεις.

Η πρώτη ερώτηση: οι σημερινές ενέργειες του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία μήπως είναι κάτι το πρωτοφανές; 

Δυστυχώς, όχι. Μια τέτοια εισπήδηση έλαβε χώρα στην Εσθονία το 1996 με τον πατριάρχη Βαρθολομαίο να δεχθεί σε κοινωνία των εκεί σχισματικούς.

Αμέσως να κάνουμε μια παρατήρηση, ότι δηλαδή θα ήταν λάθος να αναζητήσουμε την εξήγηση αυτών των ενεργειών στο πρόσωπο του συγκεκριμένου πατριάρχη, εφόσον στις παρόμοιες πράξεις προχωρούσαν οι προκάτοχοί του, αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1920, από το διαβόητο πατριάρχη Μελέτιο Δ’ Μεταξάκη.

Το έτος 1923 κατέλαβε τις ενορίες της Ρωσικής Εκκλησίας στη Φινλανδία και την Εσθονία, υποτάσσοντας αυτές υπό τη δικαιοδοσία αυτού, ενώ το επόμενο έτος με την αυθαίρετη ανακήρυξη σε «αυτοκέφαλο» Εκκλησία απέσπασε από τη Ρωσική Εκκλησία τις επαρχίες της στην Πολωνία.

Το 1936 ο Κωνσταντινουπόλεως κήρυξε τη δικαιοδοσία του τη Λετονία, ενώ πριν πέντε χρόνια, παρά την αντίρρηση της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ενέταξε υπό τη δικαιοδοσία του τις Ρωσικές ενορίες των εμιγκρέδων της Δυτικής Ευρώπης, μετατρέποντας αυτές σε οικεία αυτού εξαρχία (την οποία κατήργησε πρόσφατα ο πατριάρχης Βαρθολομαίος). 

Είναι αδύνατο να αποσιωπούμε ότι οι ἐν λόγῳ πράξεις εισπηδήσεως και καταλήψεως πραγματοποιήθηκαν εκείνη την εποχή, κατά την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία στη Ρωσία αιμορραγούσε κυριολεκτικά, υφισταμένη τους άνευ προηγουμένου διωγμούς από την άθεη Πολιτεία.

Οι μεν κομμουνιστές προχωρούσαν σε καταλήψεις Ιερών Ναών και Μονών της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εντός της ΕΣΣΔ, το δε πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εκτός. 

Θα ήταν αναληθές να πούμε ότι οι ἐν λόγῳ ενέργειες έγιναν μόνο σε βάρος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τη δεκαετία του 1920 το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατάφερε και έπεισε την Εκκλησία της Ελλάδος να παύσει την εκκλησιαστική της παρουσία στις ΗΠΑ και την Αυστραλία, το 1986 κατάφερε την κατάργηση και την απορρόφηση της Εξαρχίας Αμερικής της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, ενώ μόλις πρόσφατα, το 2008, ο πατριάρχης Βαρθολομαίος πέτυχε από την Εκκλησία Ιεροσολύμων να αποποιηθεί των ενοριών τις στις ΗΠΑ και την υπαγωγή αυτών υπό τη δικαιοδοσία Κωνσταντινουπόλεως. 

Δεν ήταν πάντοτε οι νικηφόρες αυτές οι πράξεις. Π.χ. το 1931 ο Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος Β’ αγωνιζόταν ανεπιτυχώς να υποτάξει τις υπερόριες ενορίες της Σερβικής Εκκλησίας, γράφοντας στον πατριάρχη Βαρνάβα ότι «όλες οι εκκλησιαστικές ενορίες, οι ευρισκόμενες στη διασπορά και εκτός ορίων των Ορθοδόξων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, οιουδήποτε έθνους και να είναι, οφείλουν εκκλησιαστικά να υποτάσσονται στον καθ΄ἡμᾶς Αγιώτατο Πατριαρχικό Θρόνο». Δεν υποχώρησε η Σερβική Εκκλησία στις απαιτήσεις αυτές, όπως και η Εκκλησία της Ρουμανίας. 

Τον 20ο αιώνα οι προσπάθειες των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως συγκεντρώθηκαν ως επί το πλείστον στην υποταγή της Ορθοδόξου διασποράς, ενώ τον 21ο άρχισε ο επεκτατισμός στο οικείο έδαφος των αυτοκεφάλων Εκκλησιών. 

Αναφερόμενος στην κριτική που δέχεται σχετικά με τις πράξεις του στο Ουκρανικό, ο πατριάρχης Βαρθολομαίος επιχείρησε πρόσφατα να την συνδέσει με εθνικές διαφορές, ότι δήθεν η ουσία έγκειται στο ότι «δεν ανέχονται οι αδερφοί μας οι Σλάβοι το προβάδισμα που έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Γένος μας μέσα στην Ορθοδοξία».

Αυτός καθεαυτόν ο ἐν λόγῳ ισχυρισμός, ο οποίος προσδιορίζεται ως αίρεση του εθνοφυλετισμού, αρθρώθηκε για να τύχει υποστηρίξεως από την ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για μια απόπειρα εκμεταλλεύσεως του εθνικού αισθήματος. Και όμως αυτή δεν αντικατοπτρίζει καθόλου την πραγματική κατάσταση, εφόσον και έναντι των λοιπών Ελληνοφώνων Εκκλησιών το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν συμπεριφέρθηκε επιεικέστερα απ’ό, τι έναντι της Ρωσικής Εκκλησίας. 

Έτσι, το 2003 ο πατριάρχης Βαρθολομαίος ζήτησε αιφνιδίως από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος να τεθούν υπό τον έλεγχό του 36 επαρχίες στις ούτως λεγόμενες «Νέες χώρες» της Ελλάδος, τουλάχιστον ως προς το διορισμό αρχιερέων στους αντίστοιχους θρόνους. Η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ενώ ο τότε προκαθήμενος αυτής ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος έλεγε, ότι η συμμόρφωση προς μια τέτοια απαίτηση θα εξέθετε ακόμη και το ίδιο το αυτοκέφαλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος. 

Μόλις νέοι αρχιερείς εξελέγησαν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη αυτού, στις 30 Απριίου 2004 ο πατριάρχης Βαρθολομαίος κήρυξε διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως με εκείνη της Ελλάδος.

Όταν πρόσφατα η Ρωσική Εκκλησία, σε ένδειξιη διαμαρτυρίας και ως έσχατο μέτρο νουθεσίας κατά της παρανόμου εισπηδήσεως στο κανονικό αυτής έδαφος διέκοψε κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη, η απόφαση της αυτή δέχθηκε κριτική από πολλούς ως άκρως υπερβολική. Και όμως, το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εφήρμοσε το ίδιο μέτρο, προκειμένου να ασκήσει πίεση σε μια άλλη ελληνόφωνη τοπική Εκκλησία. 

Η Εκκλησία της Ελλάδος υπέκυψε στην πίεση και υποχώρησε τελικά παραχωρώντας τις «νέες χώρες» υπό τη διοίκηση του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Μήπως τούτο συνέβη επειδή οι αρχιερείς της πείσθηκαν για το δίκιο των πράξεων του πατριάρχη Βαρθολομαίου; Όχι, η Εκκλησία της Ελλάδος χαρακτήρισε την απόφαση της αυτή «πράξη θυσίας με σκοπό τη διατήρηση της εκκλησιαστικής ειρήνης». 

Βοήθησε πραγματικά αυτή η θυσία στη διατήρηση ειρήνης; Δυστυχώς, όχι. Ακόμη και τα παρατεθέντα ὡς άνω ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι ούτε θυσίες, αλλά ούτε και υποχωρήσεις από πλευράς των διαφόρων Εκκλησιών, δεν χόρταιναν, αλλά αντιθέτως μόνο άνοιγαν την όρεξη των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως ενθαρρύνοντας νέες κατακτητικές πράξεις αυτών. 

Και ιδού, μετά από την εισπήδηση στο κανονικό έδαφος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ζούμε ακόμη μεγαλύτερη ως προς τις εκτάσεις και κραυγαλέα εισπήδηση στο κανονικό χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας και δη της αυτονόμου Ουκρανικής Εκκλησίας.

Εάν σε αυτή τη διένεξη η Ρωσική Εκκλησία ήθελε ακολουθήσει το παράδειγμα εκείνης της Ελλάδος, μήπως αυτό θα χόρταινε τον πατριάρχη Κωνσταντινουππόλεως και θα μπορούσαμε να αναμένουμε ότι ουδεμία πλέον Εκκλησία θα υφίστατο τέτοια βία από μέρους του; Και ότι όλα αυτά θα είχαν τέρμα στην Ουκρανία; 

Δυστυχώς, όχι. Ο πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε ήδη ανακοινώσει ότι κάτι παρόμοιο θα επιχειρήσει και στα Σκόπια, τα οποία αποτελούν κανονικό έδαφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας. Εξ αρχής συνεξετάσθηκαν το «ουκρανικό» και το «μακεδονικό». 

Στις 9 Απριλίου 2018 τον πατριάρχη Βαρθολομαίο συναντήθηκαν ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρος Ποροσένκο, ενώ στις 10 Απριλίου ο Πρόεδρος των Σκοπίων Γκιόργκι Ιβάνοφ.

Και οι δύο Πρόεδροι ζήτησαν την χορήγηση του κανονικού καθεστώτος στις δύο αντίστοιχες σχισματικές κοινότητες των οικείων χωρών. Και οι δύο Πρόεδροι μετά το πέρας της συναντήσεως με τον πατριάρχη εξέπεμψαν αισιόδοξα μηνύματα.

Στις 30 Μαΐου η Σύνοδος του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επιλήφθηκε «της εξετάσεως του καθεστώτος» της «ἐν σχίσματι Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων», η οποία όπως και οι Ουκρανοί σχισματικοί, υπέβαλε αίτημα, ζητώντας αναγνώριση.

Ενώ στις 11 Ιουνίου ο πατριάρχης Βαρθολομαίου δήλωσε δημοσίως: «Ἀποστολικὸν χρέος ἐπιτελεῖ ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ὅταν μελετᾷ τρόπους σωτηρίας διὰ τοὺς ἀδελφοὺς μας Οὐκρανοὺς καὶ Σκοπιανοὺς. Ἀποτελεῖ χρέος καὶ εὐθύνη μας νά ἐπαναναφέρωμεν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν κανονικότητα τῆς Ἐκκλησίας». 

Όλες αυτές οι κινήσεις υποδείκνυαν ότι θα προβλεπόταν η ταυτόχρονη εισπήδηση στην Ουκρανία και στα Σκόπια από την Κωνσταντινούπολη με την αναγνώριση των εκεί σχισματικών, παρά το θέλημα των κατά τόπους Εκκλησιών, των οποίων κανονικό έδαφος αποτελούν οι ὡς άνω περιοχές.

Και όμως, ακριβώς στην άκρως σκληρή θέση, την οποία ακολούθησε η Ρωσική Εκκλησία εξαιτίας της εισπηδήσεως στην Ουκρανία, καθώς και την προφανή δυσαρέσκεια των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών οφείλεται η αναβολή της εισπηδήσεως στο έδαφος της Σερβικής Εκκλησίας.

Αποφασίσθηκε η καταφυγή στη δοκιμασμένη ήδη τακτική τσακίσεως την ίδια στιγμή μιάς μόνο Τοπικής Εκκλησίας.

Παρά ταύτα, είναι αναμφίβολο, ότι σε περίπτωση ανοχής από την Οικουμενική Ορθοδοξία της τετελεσμένης στην Ουκρανία παρανομίας, θα έλθει η σειρά των Σκοπίων. 

Θα είναι η τελευταία εισπήδηση τα Σκόπια; Το ερώτημα, μάλλον παραμένει ρητορικό, διότι η απάντηση είναι προφανής. Οδεμία τοπική Εκκλησία δεν είναι εξασφαλισμένη από εισπήδηση του Κωνσταντινουπόλεως.

Έστω και εάν λείπουν αυτή τη στιγμή οι σχετικές προϋποθέσεις λ.χ. στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, με τη μεταβολή καταστάσεως και την κατάλληλη αφορμή ο πατριάρχης Βαρθολμαίος ή διάδοχοί του οπωσδήποτε θα την εκμεταλλευθούν. 

Μετά τη Σερβική Εκκλησία ο πιό πιθανός υποψήφιος για την εισπήδηση στο κανονικό της έδαφος τυγχάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας εξαιτίας της περίπλοκης καταστάσεως στην Αμπχαζία, όπου υπάρχουν ήδη σχισματικοί, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της επιλύσεως του εκκλησιαστικού ζητήματος μέσα από την προσφυγή στην Κωνσταντινούπολη.

Αυτοί ήταν οι οποίοι ανακήρυξαν την «Ιερά Μητρόπολη Αμπχαζίας» και το 2012 επισκέφθηκαν ήδη τον πατριάρχη Βαρθολομαίο, ενώ το 2016 του υπέβαλαν κατ’επανάληψιν αίτημα ζητώντας την «επίλυση του αμπχαζικού εκκλησιαστικού». 

Υπό τις τρέχουσες γεωπολιτικές καταστάσεις η εισπήδηση είναι σχεδόν απίθανη, αλλά με τη μελλοντική μεταβολή της καταστάσεως, αυτό σίγουρα θα λάβει χώρα, και τίποτε δεν θα κωλύσει τον Κωνσταντινουπόλεως να δηλώσει και πάλι ότι «ἐπιτελεῖ ἀποστολικόν χρέος», σώζοντας «τοὺς ἡμετέρους ἀδελφοὺς» ἐκ της Αμπχαζίας. 

Τώρα, άς περάσουμε στο δεύτερο ερώτημα: τί κρύβεται πίσω από όλες αυτές τις ενέργειες των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως;

Διατί θεωρούν δικαίωμά τους να τις επιχειρούν και συνάμα που αποβλέπουν; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα δεν έχουμε ανάγκη να καταφεύγουμε στη συνωμοσιολογία ή τις υποθέσεις, αρκεί να προσέξουμε τα λεχθέντα δημοσίως. 

Πίσω από όλες αυτές τις περιπτώσεις του επεκτατισμού όπως και πίσω από πολλές άλλες, τις οποίες παραλείψαμε, προκειμένου να μην παρατείνουμε χωρίς να υπάρχει ανάγκη το κείμενο της μελέτης μας, κρύβεται μια ειδική εκκλησιολογική διδασκαλία περί αποκλειστικής θέσεως του Κωνσταντινουπόλεως εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

Στις αρχές του Σεπτεμβρίου στη Σύναξη Ιεραρχών του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ο πατριάρχης Βαρθολομαίος δήλωσε ότι «Για την Ορθόδοξη Εκκλησία το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ζύμη, η οποία ‘όλον το φύραμα ζυμοῖ (Γαλ. 5,9) της Εκκλησίας και της ιστορίας…η αρχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, “ἐν αὐτῷ ζωὴ εἴναι, καὶ ἡ ζωὴ εἴναι τὸ φῶς τῶν Ἐκκλησιῶν”…η Ορθοδοξία αδυνατεί να υπάρχει άνευ του Οικουμενικού Πατριαρχείου … ο Κωνσταντινουπόλεως ὡς κεφαλή του σώματος της Ορθοδοξίας…Εάν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον...απομακρυνθή από την διορθόδοξον σκηνήν, τότε αι τοπικαί Εκκλησίαι θα πορεύωνται «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. 9, 36)». 

Μπορούμε να συμπληρώσουμε τα ὡς άνω με τα των άλλων εκπροσώπων του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ιδού, λ.χ. τα του μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Αμφιλοχίου: “Τί θα ήταν η Ορθόδοξος Εκκλησία άνευ του Οικουμενικού πατριάρχου; Ένας άλλου είδους προτεσταντισμός...Είναι αδιανόητο μία τοπική Εκκλησία...να διακόψει την κοινωνία της μαζί με [το Οικουμενικό πατριαρχείο], καθότι από αυτό έλκει την κανονικότητα της ύπαρξής της” [1]. 

Και να, τα του πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση: «ο Κωνσταντινουπόλεως είναι, αρέσει ή όχι, ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας, το ορατό σημείο της Ενότητός της και ο εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας του θεσμού τον οποίο αποκαλούμε «Ορθόδοξος Εκκλησία»»[2].

Όπως διαπιστώνουμε, το πράγμα πήγε πάρα πολύ μακριά. Άρχισαν με τους ισχυρισμούς περί υποχρεωτικής υποταγής όλων των εκκλησιών της διασποράς για να καταλήξουν τώρα διατεινόμενοι ότι ο Κωνσταντινουπόλεως αποδεικνύεται ο προκαθήμενος όλης της Ορθοδοξίας, κεφαλή του Ορθοδόξου Σώματος, με δικαίωμα εκδικάσεως όλων των ιεραρχών όλων των Εκκλησιών, ενώ τους προκαθημένους των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών τους βλέπει ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα. Χωρίς αυτόν ούτε καν Ορθόδοξη θα ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία. 

Μήπως εκείνο είναι, «ὅπερ ἁπανταχοῦ, ὅπερ ἀείποτε, ὅπερ ὑφ᾿ ἁπάντων ἐπιστεύθη;» Μήπως αυτοί οι ισχυρισμοί δεν προκαλούν έκπληξη σε οποιονδήποτε που διαθέτει έστω και λίγες γνώσεις της εκκλησιαστικής ιστορίας; Όπως είναι γνωστό, ακόμη και αξιώσεις του επισκόπου Ρώμης να τεθεί ως αποκλειστική κεφαλή ως αίρεση απερρίφθησαν από την Ορθοδοξία, άρα οι επίσκοποι Κωνσταντινοπόλεως έχουν ακόμη λιγότερες βάσεις για να εγείρουν τέτοιου είδους αξιώσεις. Και τούτο επειδή μέχρι τον Δ’ αι. δεν υπήρχε η Κωνσταντινούπολη.

Ποιός ήταν τότε η αρχή, η ζύμη, η ζωή και το φως των Εκκλησιών; Κάλλιστα τα βολεύθηκε η Εκκλησία χωρίς την Κωνσταντινούπολη σε μια από τις πιο ένδοξες περιόδους της ιστορίας της. Και μετά την ανάδειξη της καθέδρας Κωνσταντινουπόλεως, όπως τυγχάνει γνωστό, αιρετικοί ήταν εκείνοι, οι οποίοι συχνά ανέρχονταν στο θρόνο της. Δεν σφάλλουμε λέγοντας ότι στην ιστορία ο θρόνος Κωνσταντινουπόλεως ήταν εκείνος, τον οποίο οι αιρετικοί κατέλαβαν περισσότερα από κάθε άλλο παλαίφατο πατριαρχικό θρόνο.

Αυτές οι περίοδοι κρατούσαν χρόνια και ενίοτε δεκαετίες. Πῶς μπορεί με όλα αυτά να ισχυρίζεται κανείς ότι η Ορθοδοξία αδυνατεί να υπάρχει χωρίς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ότι από αυτό όλες οι λοιπές Εκκλησίες λαμβάνουν την κανονικότητά τους; Εκείνες τις εποχές συνέβη ακριβώς αντίθετο, η Ορθόδοξη ταυτότητα καθορίζετο με την έλλειψη της κοινωνίας με το θρόνο Κωνσταντινουπόλεως (και, βεβαίως, με την τήρηση της αμώμου πίστεως). 

Εύκολα διαπιστώνει κανείς, ότι έχουμε να κάνουμε με μία καινοφανή ψευδοδιδασκαλία, την οποία κηρύσσει το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αυτή η διδασκαλία ακριβώς τυγχάνει πηγή και ταυτόχρονα θεωρητικη τεκμηρίωση όλων των αντικανονικών του εισπηδήσεων τα τελευταία εκατό χρόνια, αρχής γενομένης από τη Φινλανδία και καταλήγοντας στην Ουκρανία. 

Κάθε νέα ψευδοδιδασκαλία, η οποία ξεφύτρωνε μέσα στην Εκκλησία, δεχόταν αντίρρηση και κριτική, έτσι έχει το πράγμα και ὡς προς το υπό συζήτηση διδασκαλία. 

Ήδη ο Άγιος και Ομολογητής Πατριάρχης Μόσχας Τύχων έγραφε στον Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο Ζ’ το έτος 1924: «Ταραχθήκαμε όχι λίγα και εξεπλάγημεν ότι...η Κεφαλή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, άνευ ουδεμίας εκ των προτέρων επικοινωνίας μαζί Μας, ὡς νόμιμο εκπρόσωπο και Κεφαλή όλης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αναμιγνύεται στον εσωτερικό βίο και τις υποθέσεις της Αυτοκεφάλου Ρωσικής Εκκλησίας.

Οι Ιερές Σύνοδοι (βλ. 2ο και 3ο κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου κλπ.) μόνο πρωτείο τιμής ανεγνώριζαν πάντοτε στον επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και ουδόλως ανεγνώριζαν και ούτε αναγνωρίζουν το προωτείο εξουσίας». 

Αυτή ήταν η απάντηση στην αναγνώριση από τον τότε Κωνσταντινουπόλεως των σχισματικών-ανακαινιστών, οι οποίοι απολάμβαναν της υποστηρίξεως των κομμουνιστικών αρχών, ενώ τον Άγιο Τύχωνα ο Κωνσταντινουπόλεως ζήτησε να παραιτηθεί και να καταργήσει τον πατριαρχικό θεσμό στη Ρωσική Εκκλησία. 

Με τη σειρά του ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς το έτος 1938 σημείωσε ότι η ανάδειξη της ἐν λόγῳ ψευδοδιδασκαλίας συνέπιπτε χρονικά με την απώλεια από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ως αποτέλεσμα των πολέμων στις αρχές του 20ου αι., σχεδόν ολόκληρου του ποιμνίου στο κανονικό έδαφός του. Συνεπώς, οι απώλειές τους οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως έκριναν να τις αντισταθμίσουν με τον επεκτατισμό σε βάρος των άλλων Εκκλησιών. 

Κατά τον Άγιο Ιωάννη, «την απώλεια των επαρχιών, οι οποίες χειραφετήθηκαν, καθώς και την απώλεια της πολιτικής του σπουδαιότητος εντός των ορίων της Τουρκίας, το Οικουμενικό πατριαρχείο επεθύμησε να αναπληρώσει με την καθυπόταξη περιοχών, όπου μέχρι σήμερα δεν υπήρχε η Ορθόδοξη ιεραρχία, καθώς και Εκκλησιών των κρατών με μη Ορθόδοξες κυβερνήσεις...Παράλληλα γίνεται η καθυπόταξη των επιμέρων τμημάτων της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα οποία αποσχίσθηκαν από τη Ρωσία...Με την απεριόριστη όρεξή τους για την καθυπόταξη των Ρωσικών περιοχών οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως άρχισαν να δηλώνουν ακόμη το παράνομο της ενσωματώσεως του Κιέβου στο Πατριαρχείο Μόσχας…Το επόμενο συνεπές βήμα του Οικουμενικού πατριαρχείου θα ήταν η ανακήρυξη όλης της Ρωσίας υπό τη δικαιοδοσία του Κωνσταντινουπόλεως». 

Και όμως, στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης, «το Οικουμενικό πατριαρχείο...το οποίο έχασε την έννοια του Στύλου της Αληθείας και κατέστη το ίδιο πηγή διαιρέσεως, και ενώ πάσχει από υπέρμετρη φιλαρχία, παρουσιάζει οικτρό θέαμα, το οποίο θυμίζει τις χειρότερες εποχές της ιστορίας του θρόνου της Βασιλευούσης»[3].

Ακόμη πιο συγκεκριμένα επί του προαναφερθέντος θέματος τοποθετήθηκε ο μαθητής του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάροφ. Τη δεκαετία του 1950 έγραφε: «Κατά το παρόν στους κόλπους της Αγίας μας Εκκλησίας προέκυψε ένας μεγάλος κίνδυνος παραποιήσεως της δογματικής διδασκαλίας…Θα ερωτηθεῖτε: σε τί διαφαίνεται τώρα αυτή η παραποίηση; Απαντάμε: στο νεοπαπισμό της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος σύντομα από το στάδιο της θεωρίας πασχίζει να περιέλθει σε στάδιο πρακτικής... 

[Οι οπαδοί της διδασκαλίας αυτής] δέχονταν εξαρχής τα προνόμια των δικαιοδοσιακών δικαιωμάτων του Κωνσταντινουπόλεως...στη συνέχεια πρέσβευαν το δικαίωμα ανώτατου εφετείου εντός της Οικουμενικής Εκκλησίας, λησμονώντας ότι ακριβώς σε αυτές τις αξιώσεις της Ρώμης οφείλεται η μεγάλη και τελική διαίρεση των Εκκλησιών (1054)…Αφού υιοθέτησαν τη Ρωμαιοκαθολική αρχή της εξελίξεως, δέχθηκαν το αποκλειστικό δικαίωμα της Κωνσταντινουπόλεως επί πάσης Ορθοδόξου Διασποράς, αρνούμενοι ταυτόχρονα τέτοιο δικαίωμα σε λοιπές αυτοκέφαλες Εκκλησίες επί οικείας αυτών Διασποράς... τις άλλες αυτοκεφάλους Εκκλησίες [Κωνσταντινούπολη] βλέπει ως ήδη μειωμένες έναντί της: η Κωνσταντινούπολη είναι το πάν, η Οικουμενική Εκκλησία, ενώ οι υπόλοιπες είναι μέρη και ανήκουν στην Οικουμενική Εκκλησία μόνο επειδή συνδέονται με την Κωνσταντινούπολη. 

Ποιός από τους τῷ ὄντι χριστιανούς θα ασπασθεί αυτά; Ας υποθέσουμε, ότι εξαιτίας της α’ ή β’ καταστροφής εξαλειφθούν από προσώπου γης η Α’ και Β’ Ρώμη, ο κόσμος θα μείνει δηλαδή χωρίς την πραγματική σχέση με το Θεό, διότι είχαν εξαλειφθεί οι συνεκτικοί με Αυτόν κρίκοι; Όχι, είναι μια αλλότρια φωνή (Ιω. 10. 5). Δεν είναι η δική μας χριστιανική πίστη.

Μήπως χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η μορφή του παπισμού είναι επίσης εκκλησιολογική αίρεση όπως και ο παπισμός της Ρώμης;..Απορρίπτουμε κάθε «Ρώμη»: και την Πρώτη, και τη Δεύτερη και την Τρίτη, εάν πρόκειται περί εισαγωγής της αρχής της υποταγής στην ύπαρξη της Εκκλησίας μας. Κάθε παπισμό τόσο της Ρώμης, όσο της Κωνσταντινουπόλεως, της Μόσχας, του Λονδίνου, των Παρισίων ή της Νέας Υόρκης, όπως και κάθε άλλο, τον απορρίπτουμε ως εκκλησιολογική αίρεση, η οποία παραποιεί το χριστιανισμό» [4].

Με το θέμα αυτό δεν ασχολήθηκαν μόνο οι Ρώσοι εκκλησιαστικοί μελετητές, αλλά και εκείνοι των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών. Λ.χ. ο Πρωθιερέας Ράντομιρ Πόποβιτς της Σερβικής Εκκλησίας μετά από την έκθεση της ὡς άνω διδασκαλίας της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, παρατήρησε ότι «αυτός ο τρόπος του σκέπτεσθαι θυμίζει εκείνο της Ρώμης... δεν πρόκειται εδώ μόνο για το πρωτείο τιμής του Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και για όλο το πακέτο προνομιών αποκλειστικής εξουσίας εφ΄όλης της Ορθοδοξίας. Δυστυχώς, τούτο ταυτίζεται με τις αξιώσεις του Επισκόπου Ρώμης, γι΄αυτό πολλοί με το δίκιό τους ομιλούν περί αναδείξεως του νέου πάπα» [5]. 

Και ιδού τα του ενός των Ιεραρχών της Εκκλησίας Αντιοχείας, δηλαδή Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας Παύλου: «Στους μορφωμένους κύκλους πολύ γνωστό τυγχάνει ότι ο Κωνσταντινουπόλεως δεν έχει την ίδια θέση μέσα στην εκκλησιαστική Ιεραχία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως εκείνη του επισκόπου Ρώμης στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Ο Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι πάπα Ρώμης της Ανατολής. Ακόμη στους μορφωμένους Ορθοδόξους κύκλους πολύ γνωστό τυγχανει ότι κατά το παρελθόν οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίσθησαν αιρετικοί από τις Οικουμενικές και άλλες τοπικές Συνόδους...Ο Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι φωνή της Ορθοδοξίας όπως και δεν μπορεί να επιβάλλει πρότυπα μέσα στην Ορθοδοξία» [6].

Και ιδού, όσα γράφει ο Πρωθιερέας Μποζιντάρ Γλάβεβ από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας: «Ο Κωνσταντινουπόλεως...μεταβαίνει σε όλο και περεσσότερο ανησυχητική διεύρυνση των αρμοδιότητων του βαδίζοντας οδό προς τον τελικό σκοπό, δηλαδή την ανύψωση εαυτού στο βαθμό του πάπα της Ανατολής και την ανάδειξη του πρωτείου όχι μόνο τιμής, αλλά και της εξουσίας…Προφανώς ότι ενεργεί ήδη ως πάπα της Ανατολής και προχωρεί σε δηλώσεις, οι οποίες έχουν αποδέκτες όχι μόνο το οικείο αυτού ποίμνιο, αλλά και «πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας…Το παράλογο της τρεχούσης εκκλησιαστικής καταστάσεως συνίσταται στο ότι, αντί να καταδικασθεί εκκλησιαστικώς η καταστροφική δράση του πατριάρχη Βαρθολομαίου, γίνεται ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ολοένα και περισσότερη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίες ολοένα και περισσότερο απέχουν της παραδόσεως της Εκκλησίας»[7]. 

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε περισσότερες τέτοιες παραπομπές, συμπεριλαμβανομένων και εκέινων από τις άλλες κατά τόπους Εκκλησίες. Η μη αποδοχή της προαναφερθείσης ψευδοδιδασκαλίας Κωνσταντινουπόλεως δεν περιορίζεται σε τοποθετήσεις των επιμέρους προσώπων, διότι υπήρχε ήδη η συνοδική της καταδίκη. Και τούτο συνέβη το έτος 2008 κατά την Σύνοδο Ιεραρχίας της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο ειδικός επί τούτῳ ορισμός αυτής αναφέρει: 

«Η Σύνοδος εκφράζει το βαθύ της προβληματισμό σχετικά με τις τάσεις αναθεωρήσεως της κανονικής παραδόσεως, πράγμα το οποίο εμφανίζεται στις διατυπώσεις και στις ενέργειες ορισμένων εκπροσώπων της Αγίας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

Βασιζόμενοι πάνω στη μη αποδεκτή από όλο το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ερμηνεία του ΚΗ΄ κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, αυτοί οι ιεράρχες και θεολόγοι αναπτύσσουν ένα νέο εκκλησιολογικό δόγμα, το οποίο αποτελεί πρόκληση για την πανορθόδοξη ενότητα.

Σύμφωνα με αυτό: α) μόνο εκείνη η Εκκλησία, η οποία ευρίσκεται σε κοινωνία με το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως θεωρείται ότι ανήκει στην οικουμενική Ορθοδοξία, β) μόνο το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας εφ’όλων των χωρών της Ορθοδόξου Διασποράς, γ) στις χώρες αυτές μόνο το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εκπροσωπεί ενώπιον των κρατικών αρχών τις απόψεις και τα συμφέροντα όλων των Ορθοδόξων κατά τόπους Εκκλησιών, δ) οποιοσδήποτε επίσκοπος ή κληρικός, ο οποίος υπηρετεί εκτός του κανονικού εδάφους της τοπικής του Εκκλησίας υπάγεται υπό τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως, ακόμα και εάν δεν το αντιλαμβάνεται… ε) το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ορίζει τα γεωγραφικά όρια των Εκκλησιών και εάν η θέση του δεν ταυτίζεται με τη θέση της α΄ή της β΄ Εκκλησίας πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, μπορεί να ιδρύσει τη δική του δικαιοδοσία εντός του εδάφους αυτής της Εκκλησίας… 
Αυτή η προσέγγιση του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως των δικών του δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη μακραίωνη κανονική παράδοση, πάνω στην οποία στηρίζεται η ύπαρξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας και των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών»[7].

Καίτοι ο Συνοδικός ορισμός δεν χρησιμοποιεί κατ΄οικονομία τον όρο «αίρεση», ἐν τούτοις η απορριπτέα και καταδικαστέα διδασκαλία προσδιορίζεται ως «νέο εκκλησιολογικό δόγμα», κάτι το οποίο επισημαίνει το πρόβλημα ως εντασσόμενο στον τομέα δογματικής και όχι μόνο των κανόνων, διότι η εκκλησιολογία (δηλαδή η «περί Εκκλησίας διδασκαλία») αποτελεί κλάδο της Δογματικής.

Το έτος 2013 η Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας υιοθέτησε κείμενο με τίτλο «Επί του ζητήματος του πρωτείου στην Οικουμενική Εκκλησία», το οποίο επεξηγεί διατί δεν αποδέχεται τη νέα διδασκαλία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως:

«Στην Αγία του Χριστού Εκκλησία το πρωτείο κατά πάντα ανήκει στην Κεφαλή της τον Κύριο και Σωτήρα ημών Ιησού Χριστό... Οι ποικίλες μορφές του πρωτείου στην Εκκλησία είναι επουσιώδεις σε σχέση με το αιώνιο πρωτείο του Χριστού ως Κεφαλής της Εκκλησίας...Σε επίπεδο της Οικουμενικής Εκκλησίας ως κοινότητας των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, διά της κοινής ομολογίας πίστεως ενωμένων ἐν μίᾳ οικογενείᾳ και τελούντων εν τῃ μυστηριακή μετ΄αλλήλων κοινωνίᾳ, το πρωτείο καθορίζεται συμφώνως προς την παράδοση των Ιερών Διπτύχων και είναι πρωτείο τιμής…Άλλαζε η Τάξη των Διπτίχων κατά τη διάρκεια της ιστορίας…

Οι κανόνες επί των οποίων στηριζονται τα Ιερά Διπτυχα, δεν παρέχουν στον πρώτο κάποιες εξουσιαστικές αρμοδιότητες εντός πλαισίων της καθόλου Εκκλησίας…Οι εκκλησιολογικές αλλοιώσεις, διά των οποίων στον πρώτο επί του παγκοσμίου επιπέδου αποδίδονται διοικητικές λειτουργίες...απέκτησαν την ονομασία του «παπισμού»»[8]. 

Επίσης, ένα πρόσφατο ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της 14ης Σεπτεμβρίου 2018 σχολιάζει ὡς εξής τα προαναφερθέντα από την ομιλία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως: «Δύσκολο είναι να αξιολογήσει κανείς αυτές τις διατυπώσεις ὡς κατι άλλο από τις προσπάθειες αναμορφώσεως της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας κατά τα Ρωμαιοκαθολικά πρότυπα...ως προσπάθειες να στηρίξει τις ανύπαρκτες και οι οποίες ουδέποτε υπήρχαν εξουσίες του μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία». 

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύνου οτι η ανάδειξη της καινοφανούς ψευδοδιδασκαλίας, η οποία παραποιεί το περί Εκκλησίας δόγμα, δεν πέρασε απαρατήρητη. Προκειμένου περί ελέγχου αυτού ανύψωσαν τις φωνές αυτών τόσο οι επιμέρους μελετητές, όσο και οι Σύνοδοι. 

Πάντως, αξιολύπητο να δεχθεί κανείς ότι η καθέδρα Κωνσταντινουπόλεως και πάλι μολύνθηκε με την αίρεση, και τούτο δεν είναι απλές καχυποψίες, είναι το τετελεσμένο γεγονός, το οποίο επιβεβαιώθηκε πολλάκις.

Αυτή ακριβώς η αίρεση, όπως σημειώσαμε ήδη, ωθεί την Κωνσταντινούπολη να προβαίνει σε παρανομίες προς εδραίωση αυτής της εξουσίας μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, την οποία την εξουσία η ίδια αποδίδει στον εαυτό της. Και αυτή η διαδικασία δεν θα έχει τέρμα στην Ουκρανία η τα Σκόπια, άλλωστε δεν παραχώρησαν όλες οι Εκκλησίες τις υπερόριες ενορίες αυτών στην Κωνσταντινούπολη ούτε δέχθηκαν τις αξιώσεις της. 

Το ἐν λόγῳ πρόβλημα δεν επιλύεται με διπλωματικές μεθόδους, συμβιβασμούς ή προσπάθειες συνεννοήσεως. Όλα αυτά τα έχουμε ήδη ζήσει και δεν καρποφόρησαν. Κατά τον Άγιο Μάρκο Εφέσου, «ουδέποτε όσα αναφέρονται στην Εκκλησία διορθώνονται μέσα από συμβιβασμούς: δεν υπάρχει κάτι το μεσαίο μεταξύ της Αληθείας και του ψεύδους» [10]. 

Όπως και πάντα το δογματικό πρόβλημα μέσα στην Εκκλησία θεραπεύεται μόνο με τη συνοδική καταδίκη της αιρέσεως και των αιρετικών, με την έκπτωση αυτών και την πλήρωση των θρόνων, τους οποίους είχαν καταλάβει οι αιρετικοί, με Ορθοδόξους Επισκόπους. Αυτή η οδός είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, οδυνηρή, αλλά μόνο αυτή οδηγεί στη θεραπεία του Σώματος της Εκκλησίας.

Οι σύγχρονες εξελίξεις δείχνουν ότι και η αποφυγή της εκκλησιαστικής αντιμετωπίσεως του παρόντος προβλήματος δεν είναι καθόλου ανώδυνη. Γι΄αυτό οι πιστοί της κανονικής Εκκλησίας στην Ουκρανία πονούν ήδη. Αυτοί θα μπορούσαν να υποφέρουν τελευταίοι εάν όλες οι κατά τόπους Εκκλησίες είχαν βούληση να καταδικάσουν από κοινού και συνοδικώς το νέο παπισμό.

Να καταδικασθεί άλλωστε άπαξ και διά παντός κάθε τάση του παπισμού, προκειμένου στο μέλλον ουδεμία Εκκλησία να μην έχει πειρασμό να πέσει σε αυτό, ώστε κανείς πλέον να μην ακολουθήσει την πρώτη και τη δευτέρα Ρώμη. 

Πρέπει να συγκληθεί η Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα προβεί σε νηφάλια αξιολόγηση τόσο της καινοφανούς διδασκαλίας, όσο και των πρακτικών εφαρμογών της υπό μορφή των παρανόμων εισπηδήσεων στα εδάφη των λοιπών Εκκλησιών.

Βεβαίως, είναι αμφίβολο να παραστεί σε μια τέτοια Σύνοδο ο ίδιος ο πατριάρχης Βαρθολομαίος, άλλωστε στα πλαίσια της ειδικής του ψευδοδιδασκαλίας προωθεί την ιδέα ότι αυτός μόνο δύναται να συγκαλεί τις Πανορθοδόξους Συνόδους. Έτσι, διαπιστώνεται ότι δεν υπόκειται σε κρίση του κανενός, ώστε ο ίδιος ο πατριάρχης Βαρθολομαίος ουδέποτε θα συγκαλέσει σύνοδο η οποία να εκφέρει κρίση επί των ομιλιών και των πράξεών του. 

Αυτή η ιδέα έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία. Ουδεμία Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, ακόμη περισσότερο, ορισμένες εξ αυτών των Συνόδων κήρυτταν έκπτωτους και αναθεμάτιζαν τους αιρετίζοντας επισκόπους αυτής της καθέδρας. Και μετά την εποχή των Οικουμενικών Συνόδων η Εκκλησία ασκούσε κατ΄ανάγκη τη δικαστική εξουσία επί των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.

Έτσι, λ.χ. κατόπιν της ουνίας Φεράρας-Φλωρεντίας το 1443 στην Ιερουσαλήμ συνήλθε σύνοδος των τριών πατριαρχών της Ανατολής, οι οποίοι κήρυξαν έκπτωτο τον αιρετικό πατριάρχη Μητροφάνη. Την εποχή εκείνη τα πρωτεία τιμής επί πολλά χρόνια κατείχε ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, έως ότου ανήλθε στο θρόνο Κωνσταντινουπολεως ένας Ορθόδοξος πατριάρχης. 

Το 2005 ο πατριάρχης Βαρθολομαίος συγκάλεσε την Πανορθόδοξη Σύνοδο, όπου κατάφερε την έκπτωση του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ειρηναίου, καίτοι οι ενέργειες για τις οποίες κατηγορείτο, δεν ήταν κανονικά παραπτώματα, τα οποία θα επέσυραν την έκπτωση, και ακόμη περισσότερο την καθαίρεση. Οι ενέργειες και οι ισχυρισμοί του ιδίου πατριάρχη Βαρθολομαίου πολύ περισσότερα χρήζουν μιας αμερολήπτου εξετάσεως από μια Πανορθόδοξη Σύνοδο. 

Και κατ΄αυτή την αμερόληπτη εξέταση οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη ότι η ψευδοδιδασκαλία, η οποία προωθείται από πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως αρχής γενομένης από το 1922, προσκρούει στην πίστη, την οποία πρέσβευαν και οι πάλαι ποτέ προκάτοχοί τους. 

Έτσι, λ.χ. ο πατριάρχης Γερμανός Β’ (1222-1240) έλεγε: «Υπάρχουν πέντε πατριαρχεία με καθορισμένα για το καθένα όρια, ἐν τω μεταξύ, τα τελευταία ανάμεσά τους δημιουργήθηκε σχίσμα, αρχή του οποίου έθεσε ένα τολμηρό χέρι, το οποίο επιζητεί υπεροχή και κυριαρχία μέσα στην Εκκλησία. Η Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, ενώ κάθε αξίωση επί κυριαρχίας προσκρούει στη διδασκαλία Του» [11].

Δυστυχώς, οι σημερινοί διάδοχοί του αγωνίζονται οι ίδιοι να πετύχουν την κυριαρχία στην Εκκλησία, προφανώς κρίνοντας ότι δεν επαρκεί για τους Ορθοδοξους να έχουν την Κεφαλή τους τον Χριστό. 

Όμως, κατά την αρχαιότητα οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως έλεγαν άμεσα ότι αντιμετωπίζουν το πρωτείο του πάπα Ρώμης όχι επειδή επιθυμούσαν οι ίδιοι να εδραιώσουν το δικό τους πρωτείο.

Ειδικότερα δε ο πατριάρχης Νείλος Κεραμεύς (1380–1388) στην επιστολή του προς τον πάπα Ουρβανό ΣΤ’ έγραφε: «Άδικα ορισμένοι διατείνονται σχετικά με εμάς, ότι δήθεν επιθυμούμε να έχουμε πρωτεία» [12]. Κατήσχυνε ο νυν πατριάρχης τα των προκατόχων του, αφού συνέβαλε στο ότι αυτές τις κατηγορίες, δυστυχώς, να καταστούν τελείως βάσιμες. 

Και ιδού τα από την Εγκύκλιο Επιστολή των τεσσάρων πατριαρχών του 1848: «Τὸ ἀξίωμα αὐτῆς [τῆς Ῥωμάνας Ἐκκλησίας] οὐ κυριαρχικόν, οὔτε μὴν διαιτητικόν, ὅπερ οὐδ’αὐτὸς ὁ μακάριος Πέτρος οὐδέποτε ἐκπληρώσατο, ἀλλ’ ἀδελφικὸν τυγχάνει πρεσβεῖον ἐν τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ γέρας ἀπονεμηθὲν τοῖς Πάπαις διὰ τὸ μεγαλώνυμον καὶ πρεσβεῖον τῆς πόλεως...ἡ Ὀρθοδοξία ἐτήρησεν τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἄφθορον νύμφην τῷ νυμφίῳ αὐτῆς παρ’ ἡμῖν, καίτοι μηδεμίαν μὲν ἔχουσαν ἀστυνομίαν κοσμικήν, ἢ ὡς λέγει ἡ αὐτοῦ Μακαριότης “ἱερὰν ἐπιστασίαν” (σελ. ζ’, στίχ. 23) μόνῳ δὲ τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης καὶ τῷ κοινῷ φίλτρῳ πρὸς τὴν κοινὴν μητέρα συνεχομένοις ἐν ἐνότητι πίστεως ἐσφραγισμένης ταῖς ἑπτὰ σφραγίσι τοῦ Πνεύματος (Ἀποκ. ε. 1), ἤτοι ταῖς ἑπτὰ οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, καὶ ἐν ὑπακοῇ ἀληθείας». 

Το ἐν λόγῳ υπέγραψε ο Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος, ο οποίος όπως και οι πάλαι ποτέ προκάτοχοί του ακολουθούσε την ίδια γνώμη σχετικά με το πρωτείο εντός της Εκκλησίας, την οποία διατυπώνει σήμερα και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας.

Και της οποίας της πίστεως απέστη το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και μάλιστα τόσο προφανές, ώστε εξαπολύει κατ΄αυτής άμεση κριτική, ακόμη χαρακτηρίζοντας αυτή ως αίρεση, όπως τούτο συμπεραίνεται από τα λεχθέντα του πρώην Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου του πατριαρχείου Κωνστανινουπόλεως Αρχιμανδρίτη Ελπιδοφόρου Λαμπρυνιάδη (νην Μητροπολίτη Προύσης), ο οποίος δήλωσε ότι: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνός πρωτείου τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἐνσαρκώσει παρά κά¬ποιος Πρῶτος – συνιστᾷ αἵρε¬ση». 
Ακόμη και για την Εκκλησία Ρώμης χρειάσθηκε περισσότερο χρόνο για να δογματίσει τη περί του πρωτείου του πάπα διδασκαλία. 

Αξιοθρήνητο να δεχθούμε ότι οι Ελληνόφωνες Εκκλησίες ήταν ακριβώς εκείνες οι οποίες παραθεώρησαν την ανάδειξη αυτής της αιρέσεως. Κάποια ένσταση σημειώθηκε από το πατριαρχείου Αλεξανδρείας κατά το ήμισυ του 20ου αι., η οποία όμως εξέλειψε στη συνέχεια.

Με όλα αυτά, είναι δύσκολο να χαρακτηρίζεται ο πατριάρχης Βαρθολομαίος ως δημοφιλές πρόσωπο, και στην Ελληνική γλώσσα ακόμα υπάρχει αρκετά πλούσιο υλικό όπου κατ’αυτού ασκείται κριτική. Εγκαλείται για κανονικά παραπτώματα και αιρέσεις, αλλά υλικό όπου ελέγχεται για την αίρεση του νεο-παπισμού στα Ελληνικά σχεδόν δεν υπάρχει. 

Ας λάβουμε παράδειγμα εκείνης της θλιβερής μνήμης Συνόδου της Κρήτης, η οποία στάθηκε αφορμή τόσων σκανδάλων και διαιρέσεων. Πόση κριτική εξαπέλυσαν κατ’αυτής οι σοφώτατοι άνδρες!

Διατυπώθηκαν ακόμη κατηγορίες για δογματικά σφάλματα στα κείμενα, παράλληλα κανείς δεν πρόσεξε τις πολλαπλές μεταστάσεις της αιρέσεως του παπισμού Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίες παρεισέφρησαν σε διάφορα κείμενα της Συνόδου. Κατά την πεποίθησή μας, η Σύνοδος αυτή συνεκλήθη στην πραγματικότητα για να αναγνωρισθούν πανορθοδόξως τα αυθαιρέτως οικειοποιηθέντα προνόμια του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Τα κείμενά της δεν παρουσιάζουν κάποια αξία για οποιαδήποτε άλλη τοπική Εκκλησία, ούτε αντιμετωπίζουν κάποια επίκαιρα πανορθόδοξα προβλήματα. Ενώ πολλά γράφονται υπέρ του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στα κείμενα αυτά, και συνεπώς παραθέτουμε κάτω ορισμένα παραδείγματα. 

Εκ των προτέρων να πούμε ότι η Κωνσταντινουπολίτικη εκδοχή του παπισμού δεν συμπίπτει 100% με εκείνη της Ρώμης. Διαφέρει ως προς κάποια πράγματα. Λ.χ., εάν στον παπισμό της Ρώμης κατά την ανύψωση του προσώπου του πάπα όλοι οι υπόλοιποι επίσκοποι νοούνται ως ίσοι μεταξύ τους, στην εκδοχή παπισμού Κωνσταντινουπόλεως ειδικά δικαιώματα και προνόμια σε κάποιο βαθμό επεκτείνονται και στους αρχιερείς τη Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

Αυτό καταγράφεται στο εγκριθέν από τη Σύνοδο της Κρήτης κείμενο «Η Ορθόδοξος Διασπορά». Στην παράγραφο 2.β. καθορίζεται ο κανονισμός λειτουργίας των επισκοπικών συνελεύσεων στις μη Ορθόδοξες χώρες του κόσμου και ειδικότερα αναφέρεται ότι «αἱ Συνελεύσεις αὗται θά συνίστανται ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ περιοχῇ ἐπισκόπων...καί θά προεδρεύωνται ὑπό τοῦ πρώτου ἐκ τῶν εἰς τήν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως ὑπαγομένων ἀρχιερέων».

Όπως διαπιστώνεται όχι μόνο ο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και όλοι οι υπαγόμενοι σε αυτόν επίσκοποι οφείλουν να κατέχουν πρωτεία έναντι όλων των λοιπών επισκόπων όλων των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών, εφόσον μόνο αυτοί οφείλουν να προεδρεύουν των τοπικών συνελεύσεων των Ορθοδόξων επισκόπων διαφόρων δικαιοδοσιών.

Ούτε οι γηραιότεροι η έχοντες τα πρεσβεία χειροτονίας, αλλά ούτε οι πλέον κοσμημένοι με αρετές, έμπειροι και σεβαστοί, αλλά οπωσδήποτε οι αρχιερείς του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Λές και έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη, ανώτατη κάστα επισκόπων, των πιο τιμημένων έναντι όλων των λοιπών απλώς λόγῳ της εγγύτητός τους προς τον λεγόμενο «Οικουμενικό πατριάρχη». 

Στα πλαίσια αυτής της λογικής και ιερείς του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εντός της Εκκλησίας οφείλουν να έχουν πρεσβεία έναντι των ιερέων των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών, ενώ οι λαϊκοί του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως οφείλουν να θεωρούνται ανώτεροι κατά τη θέση τους έναντι των λαϊκών των άλλων Εκκλησιών. 
Ούτε οι λατίνοι με τη λογική τους έφθασαν μέχρι αυτού του σημείου. 

Σε πολλά σημεία των κειμένων της Κρήτης στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως αποδίδεται εξουσία εφ’όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής.

Ειδικότερα δε: «Εἰς ζητήματα γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, ἀπαιτοῦντα...πανορθόδοξον ἀντιμετώπισιν ὁ πρόεδρος [τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως] ἔχει τήν ἀναφοράν αὐτοῦ εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην διά τά περαιτέρω» (Η Ορθόδοξος Διασπορά, 6).

«Κατά τήν πανορθόδοξον διαβούλευσιν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀναζητεῖ τὴν ὁμόφωνον συναίνεσιν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν διὰ τά ἐφεξῆς δέοντα γενέσθαι» (Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, 10). 

«Εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς δέν ἱδρύονται Αὐτόνομοι Ἐκκλησίαι, εἰ μή μόνον μετά πανoρθόδοξον συναίνεσιν, ἐξασφαλιζομένην ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου» (Τό Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, 2ε).

«Εἰς περιπτώσεις...ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως... αἱ ἐμπλεκόμεναι πλευραί ἀναφέρονται, ὁμοῦ ἤ κεχωρισμένως, εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ἵνα οὗτος ἐξεύρῃ τήν κανονικήν λύσιν ἐπί τοῦ θέματος» (Τό Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, 2ζ).

Το Μήνυμα της Συνόδου της Κρήτης εισηγείται την καθιέρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ως τακτικώς λειτουργούντος θεσμού, δικαίωμα της συγκλήσεως της οποίας για κάποιο λόγο αποδίδεται μόνο στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, κάτι το οποίο δεν έχει βάσεις ούτε στην ιστορία, αλλά ούτε και στη θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

Και όμως, το δικαίωμα συγκλήσεως της Πανορθοδόξου Συνόδου οφείλει να ανήκει όχι μόνο στον έχοντα πρωτεία κατά την τάξη των Διπτύχων προκαθήμανο, αλλά σε οποιοδήποτε προκαθήμενο μιας τοπικής Εκκλησίας.

Ο εξασφαλισμός αυτού μόνο στον Κωνσταντινουπόλεως καθιστά ανέφικτη τη σύγκληση της συνόδου σε περίπτωση εγέρσεως κάποιας αξιώσεως στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως από μια τοπική Εκκλησία και εκ των πραγμάτων κάνει τον Πατριάρχη αυτής της Εκκλησίας να μη δικάζεται από κανένα, κάτι το οποίο προσκρούει στην κανονική τάξη της Ορθοδόξίας, σύμφωνα με την οποία οποιοσδήποτε αρχιερέας δικάζεται από αρχιερείς. 

Διατί οι Έλληνες Ορθόδοξοι μελετητές και αρθρογράφοι παραθεώρησαν όλα αυτά, όπως και τις λοιπές, τις πλέον κραυγαλέες εκφάνσεις της αιρέσεως του παπισμού της Κωνσταντινουπόλεως, τις οποίες παραθέσαμε παραπάνω; Μήπως όλοι αυτοί συντάσσονται με αυτή την αίρεση;

Ή μήπως είναι πρόθυμοι να τη παραδεχθούν μόνο και μόνο από εθνικό αίσθημα; Δύσκολο να τα πιστεύσει κανείς, άλλωστε δόξα του Ορθοδόξου Ελληνικού λαού πάντα συνιστούσε η προσήλωσή του στην αλήθεια, για την οποία οι καλύτεροι εκπρόσωποί του δεν πτοήθηκαν ποτέ να ελέγχουν τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι έπεφταν στην αίρεση.

Έτσι ήταν στην περίπτωση του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού κατά την εποχή των μονοθελητών πατριαρχών, έτσι ήταν με τον Άγιο Μάρκο Εφέσου κατά την ουνία Φεράρας-Φλωρεντίας, έτσι ήταν με τον Μελέτιο τον Ομολογητή κατά την εποχή της ουνίας του Λυών. Παραδείγματα ποικίλλουν. Για όλους τους Αγίους αυτούς Ελλήνους προείχε η προσήλωση στην αλήθεια. Τι δε άλλαξε σήμερα; 

Δεν μιλάμε να συνταχθεί κανείς «με το πλευρό των Ρώσων» ή των «Σλάβων», αλλά να συνταχθεί κανείς στο πλευρό της αλήθειας. Πόσοι Ομολογητές και Μάρτυρες του Εληνικού λαού υπέφεραν για να μη δεχθεί αυτός τον παπισμό της Δύσεως; Μήπως αυτό έγινε μόνο και μόνο για να αποδεχθούν οι απόγονοί τους την ίδια αίρεση, αλλά περιβεβλημένη τον μανδύα τον ανατολίτικο, τον Ελληνικό; Μη γένοιτο! 

Οφείλουμε ἐν ολίγοις να σημειώσουμε τις αξιώσεις του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως επί δικαστικής αρχής και διαιτησίας εφ’όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εφόσον αυτές οι αξιώσεις αποτελούν μέρος εκείνου του μανδύα. Αυτή η μελέτη, βεβαίως, και ασχολείται με το ζήτημα δογματικό, και γι΄αυτό δεν εξετάζουμε τα ζητήματα κανονικά, τα οποία καλύφθηκαν επαρκώς από τις άλλες μελέτες.

Από την εξέταση της συστηματικής παραβάσεως και καταπατήσεως πολλών ιερών κανόνων εκ μέρους του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ξαφνιάζεται κανείς όταν ακούει ταυτόχρονα δηλώσεις ότι «το Οικουμενικό πατριαρχείο έχει την ευθύνη να θέσει τα πράγματα εν εκκλησιαστική και κανονική ευταξία». Και αυτές οι δηλώσεις διατυπώνονται την ώρα όταν το ίδιο το πατριαρχείο καταργεί κανόνες, π.χ. τους Αποστολικούς κανόνες, οι οποίες απαγορεύουν τη διγαμία των κληρικών. 

Πολλά θα εδύνατο να ειπωθούν στη συνάφεια αυτή, και όμως κάτι τέτοιο θα συνέβαλε στην παράταση της μελέτης. Και όμως ένα παράδειγμα αξίζει να εξετασθεί, εκείνο δηλαδή σχετικά με την αξίωση επί της δικαστικής εξουσίας εφ’όλης της Εκκλησίας. Στην ὡς άνω πρόσφατη ομιλία ο πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρθηκε στο «μοναδικό προνόμιο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως να δέχεται έκκλητες προσφυγές από όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες».

Όλες αυτές οι δηλώσεις διατυπώνονται με επίκληση του 9ου και του 17ου κανόνων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι δήθεν χορηγούν ένα τέτοιο προνόμιο στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Με αυτούς ακριβώς δικαιολογείται η εισπήδηση στα Ουκρανικά και η αποδοχή σε κοινωνία των καθαιρεθέντων σχισματικών. 

Κατά πόσο συνάδει με την Παράδοση της Εκκλησίας μία τέτοια ερμηνεία δύναται να συμπεράνει κανείς αντιπαραβάλλοντας αυτή με την ερμηνεία του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου στο περίφημο «Πηδάλιό» του: 

«Ὅτι μέν γάρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τάς Διοικήσεις καί ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτόν ἐδόθη ἀπό τόν Κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ…Διὸ καὶ ὁ Ζωναρᾶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ΙΖ’ κανόνος τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου λέγει: «οὔτε πᾶσας τάς ἐκκλήτους ἀνατίθησι αὐτῷ [τῷ Κωνσταντινουπόλεως] ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ. 
Ὁ Κωνσταντινουπόλεώς ἐστι Κριτής πρῶτος καί μόνος καί ἔσχατος τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ Μητροπολιτῶν, οὐ μήν δέ καί τῶν ὑποκειμένων τοῖς λοιποῖς Πατριάρχαις. Μόνη γάρ ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος εἶναι ὁ ἔσχατος καί κοινότατος Κριτής πάντων τῶν Πατριαρχῶν, ὡς εἴπομεν, καί ἄλλος οὐδείς». 

Όπως διαπιστώνουμε, η περί δογμάτων ψευδοδιδασκαλία τεκμηριώνεται με τη ψευδή ερμηνεία των κανόνων, κάτι το οποίο, βεβαίως, δεν εκπλήσσει, διότι πρόκειται για μια διδασκαλία αλλότρια προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βεβαίως, οι θιασώτες της ἐν λόγῳ διδασκαλίας, όπως και κάθε αιρετικός, μπορεί να αναζητήσουν τα υπέρ αυτών χωρία τινα στα παλαιά κείμενα, ιδίως σ΄εκείνα, τα οποία προέρχονται από την Κωνσταντινούπολη.

Θα εδύνατο να επαναφέρουν στη μνήμη τους και την απορρόφηση από την Κωνσταντινούπολη των Εκκλησιών Βουλγαρίας και Σερβίας την εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή άκρως αμφισβητήσιμες και αμφιλεγόμενες πράξεις, τις οποίες η Κωνσταντινούπολη αργότερα έπρεπε να διορθώσει. Αλλά τούτο δεν είναι σε θέση να ακυρώσει το γεγονός ότι κάθε παπισμός, τόσο της Δύσεως, όσο και της Ανατολής, τυγχάνει αλλότριος προς την Ορθόδοξη διδασκαλία. Κατά τον Ιερομάρτυρα Γκοράζντ Τσεχίας: «Η Ανατολική Εκκλησία μόνο τον Ιησού Χριστό αναγνώριζε ως Κεφαλή της Εκκλησίας, αρνούμενη την ιδέα αναγνωρίσεως ως κεφαλής [ψιλού] ανθρώπου...διότι εκλάμβανε την ιδέα αυτή ως συνέπεια της ελλιπούς πίστεως στην αόρατη Κεφαλή τον Ιησού Χριστό και τη ζωντανή από Αυτόν διακυβέρνησή του σώματος της Οικουμενικής Εκκλησίας...καθώς και ως ασύμβατη προς την αποστολική αρχή της καθολικής αντιμετωπίσεως των ζητημάτων της Εκκλησίας, κάτι το οποίο σε ανώτατο βαθμό εκφραζόταν στις Οικουμενικές Συνόδους»[13].

Αξίζει ακόμη να μιλήσουμε για το πῶς το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως χρησιμοποιεί διαφόρους τιμητικούς του τίτλους προς τεκμηρίωση και προώθηση του παπισμού του και κυρίως τον τίτλο «Οικουμενικού πατριάρχη». Παλαιότερα ήταν απλός τιμητικός τίτλος, όπως εκείνος του πατριάρχη Αλεξανδρείας «Κρητής της Οικουμένης», ενώ κατά τους νεότερους χρόνους εκ των πραγμάτων κατέστη επίσημος κύριος αυτοχαρακτηρισμός των προκαθημένων της Κωνσταντινουπόλεως. Από μακρού αυτοτιτλοφορούνται με χρήση αποκλειστικά αυτού του τίτλου, εννοώντας υπό αυτό ότι η εκκλησιαστική τους δικαιοδοσία επεκτείνται κυριολεκτικά εφ’όλης της Οικουμένης. 

Ως παράδειγμα χρήσεως αυτού του όρου να παραθέσουμε τα του Μητροπολίτη Προύσης Ελπιδοφόρου:

«Τὸ πρωτεῖον τοῦ Κωνσταντινουπόλεως οὐδαμῶς σχετίζεται πρὸς τὰ Δίπτυχα, τὰ ὁποῖα...ἐκφράζουν ἁπλῶς καὶ καταγράφουν τὴν ἱεράρχησιν ταύτην...Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ πηγῆς ἑνὸς πρωτείου...αὕτη εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀρχιερεὺς εἶναι μὲν πρῶτος «μεταξὺ ἴσων», ὡς Κωνσταντινουπόλεως, ὅμως, καὶ συνεπῶς ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, εἶναι πρῶτος δίχως ἴσων» [14].

Μία τέτοια κατανόηση της οικείας αυτού «οικουμενικής δικαιοδοσίας» επίσης εκφράσθηκε και στο ότι τον 20ο αι. αρχιερείς της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως μοιράσθηκαν μεταξύ τους όλες τις χώρες του κόσμου, εξαιρουμένων μόνο εκείνων, τις οποίες οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι υπάγονται υπό τις άλλες αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Έτσι, ακόμη και χώρες όπου δεν υπάρχει έστω και ένας Ορθόδοξος χριστιανός, καταγράφηκαν ως κανονικός έδαφος ενός των αρχιερέων της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Και αυτός ο ιεράρχης θα αγανακτεί και θα διαμαρτυρείται έντονα σε περίπτωση όταν μια Εκκλησία ιδρύσει την αποστολή της σε χώρα, όπου ουδέποτε πάτησε το πόδι του και όπου ούτε ένα πιστό έχει, απλώς εξαιτίας της ἐν λόγῳ κατανομής.

Το ότι η κατανομή του κόσμου πραγματοποιήθηκε μόλις τον 20ο αιώνα και πάλι ελέγχει αυτή τη διδασκαλία ως καινοφανή και άγνωστη στην Εκκλησία παλαιότερα, διότι, εάν ήταν αρχαία, πολύ νωρίτερα θα προέβαιναν σε αυτή την κατανομή οι αρχιερείς της Κωνσταντινουπόλεως. 

Είναι αρκούντως γνωστό ότι ακόμη με την αρχή της χρήσεως αυτού του τίτλου «Οικουμενικός» από τους επισκόπους Κωνσταντινουπόλεως κατ’αυτού αντιτάχθηκε με σθένος ο Άγιος πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος. Ειδικότερα δε έγραφε στον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη: «Εξαιτίας του εγκληματικού και γεμάτου υπερηφάνεια τίτλου Σας διαιρέθηκε η Εκκλησία και σκανδαλίσθηκαν οι καρδιές των αδελφών Σας...Εάν ο Απόστολος Παύλος απέφευγε την καθυπόταξη των μελών του Χριστού ἐν μέρει σε κάποιες κεφαλές, λες και εκτός Χριστού, παρόλο που αυτές οι κεφαλές ήταν οι απόστολοι οι ίδιοι, τι θα πεῖτε κατά την εξέταση στο Φοβερό Κριτήριο στο Χριστό, ο Οποίος είναι Κεφαλή της Οικουμενικής Εκκλησίας, Σεῖς, που με τον τίτλο Σας «οικουμενικός» αγωνίζεσθε να καθυποτάξετε όλα τα μέλη Αυτού στον εαυτό Σας;». 

Και ιδού τα όσα είπε ο ίδιος στην επιστολή προς τους πατριάρχες Αλεξανδρείας Ευλόγιο και Αντιοχείας Αναστάσιο: «Ουδείς εκ των προκατόχων μου δεχόταν να χρησιμοποιεί αυτό τον ασεβή τίτλο (οικουμενικός), διότι στην πραγματικότητα εάν ένας πατριάρχης αποκαλείται «οικουμενικός», με αυτό αφαιρεί τον πατριαρχικό τίτλο από τους άλλους».

Και όμως δεν υπάκουσαν οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως στο λόγο του Ορθοδόξου πάπα Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου, ο οποίος κατείχε τότε πρωτεία τιμής. Και αυτός ο τίτλος συνεχίσθηκε να χρησιμοποιείται. Οι οπαδοί της χρήσεώς του ισχυρίζονται ότι αυτός δήθεν δεν εχρησιμοποιείτο με την έννοια, για την οποία κάνει λόγο ο Άγιος Γρηγόριος, και ότι ήταν ψιλός όμορφος τίτλος, σαν τον «Οικουμενικό διδάσκαλο» ή τον «Οικουμενικό βιβλιοθηκάριο», οι οποίοι επίσης υπήρχαν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ίσως έτσι ήταν στην αρχή, αλλά εάν δούμε πώς στη συνέχεια εχρησιμοποιείτο, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε προφητικά τα του Αγίου Γρηγορίου. 

Ο Άγιος Γρηγρόιος δεν ήταν ο μόνος πάπας, ο οποίος τάχθηκε κατά της χρήσεως του τίτλου «οικουμενικός».

Έτσι, στην Β’ Πράξη της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου διαβάζουμε ότι ανεγνώσθη επιστολή του πάπα Ρώμης Αδριανού προς τον αυτοκράτορα. Το πρωτότυπο κείμενο, εκτός από την καταδίκη της εικονομαχίας, περιείχε και τα εξής:

«Εκπλαγήκαμε πολύ όταν ανακαλύψαμε ότι στα αυτοκρατορικά Σας διατάγματα, τα οποία αφορούν τον πατριάρχη της βασιλευούσης, δηλαδή τον Ταράσιο, αυτός επίσης αποκαλείται «οικουμενικός». Δεν γνωρίζουμε εάν τούτο εγράφη ἐν αγνοίᾳ ή κατόπιν εμπνεύσεως των ασεβών σχισματικών ή αιρετικών, αλλά ζητούμε επίμονα την αυτοκρατορική Σας αρχή ώστε ποτέ και σε καμία γραφή του να υπογράφει οικουμενικός, διότι αυτό προφανώς έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των ιερών κανόνων και τις παραδόσεις των αγίων πατέρων…Γι΄αυτό εάν κανείς αρχίσει και τον αποκαλεί οικουμενικό ή δώσει τη συγκατάθεσή του, να ξέρει ότι είναι ξένος στην ορθόδοξη πίστη». 

Παρόλο που με μεγάλη πιθανότητα αυτά τα εδάφια της επιστολής δεν μεταφράσθηκαν στα Ελληνικά κατά την ανάγνωση της επιστολής στη Σύνοδο, ωστόσο βλέπουμε ότι για δεύτερη φορά ο έχων τότε πρωτεία προκαθήμενος ασκούσε άμεση κριτική και απαγόρευε τη χρήση του τίτλου «οικουμενικός» στους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως. Στηριζόμενοι σε αυτές τις μαρτυρίες μπορούμε να μιλήσουμε περί παρανόμου χρήσεως του παρόντος τίτλου.

Γι΄αυτό οι Ορθόδοξοι μελετητές πρέπει να απέχουν της χρήσεως του τίτλου «Οικουμενικός πατριάρχης», αλλά να τον αποκαλούν «πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», ώστε ακόμη και με την ίδια τη χρήση εκείνου του τίτλου να μην στηρίζουν την εξάπλωση της αιρέσεως του νέου παπισμού.

Ένας άλλος τίτλος, ο οποίος είναι σε ευρεία χρήση από την Κωνσταντινουπολη, προκειμένου να τεκμηριώσει τις αξιώσεις της είναι η «Εκκλησία Μήτηρ», παρόλο που αυτός ο τίτλος, όπως και ο προηγούμενος, ουδέποτε και από ουδεμία Οικουμενική Σύνοδο αποδόθηκε στο θρόνο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά οικειοποιήθηκε αυθαιρέτως. 

Αιτιολογείται πλήρως μόνο στη ιστορική συνάφεια και μόνο έναντι των Εκκλησιών, στις οποίες η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως χορήγησε το ατοκέφαλο. Ἐν τούτοις, χρησιμοποιείται πολύ ευρύτερα. Π.χ. στην ὡς άνω παρέμβασή του ο πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρεται στο πατριαρχείο ως «φιλόστοργη Μητέρα και τροφό των Εκκλησιών», προς τεκμηρίωση των αξιώσεών της επί ιδιαίτερης θέσεως στην πανορθόδοξη κοινότητα.

Αλλά αυτή η αντίληψη της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ως Μητέρας πασών των Εκκλησιών τυγχάνει προφανώς άτοπη διότι πολλά παλαίφατα πατριαρχεία προηγούνται ιστορικώς της Κωνσταντινουπόλεως, πῶς μπορεί να είναι Μήτηρ τους; Εάν υπάρχει μια Εκκλησία η οποία δικαίως μπορεί να διεκδικεί τον τίτλο αυτό είναι εκείνη των Ιεροσολύμων. Η ιδιαίτερη ιστορική συμβολή αυτής πάντοτε ανεγνωρίζετο από όλες τις Εκκλησίες, όμως ουδέποτε αντιλαμβανόταν ως δικαίωμα κυριαρχίας και εξουσίας. 

Την ίδια στιγμή η Κωνσταντινούπολη χρησιμοποιεί τον τίτλο «Εκκλησία Μήτηρ», τον οποίο οικειοποίησε αυθαιρέτως προς αιτιολόγηση της επιθυμίας της να καθυποτάξει στην αρχή τη όλες τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες, οι οποίες οφείλουν να είναι υποτελείς και υπάκουες ως θυγατέρες στη μητέρα τους. Καίτοι, όπως παρατηρεί ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάροφ, εάν υποθέσουμε ακόμη ότι η Κωνσταντινούπολη «μπορεί πράγματι να αποκαλεί τον εαυτό της κοινή των όλων Εκκλησιών Μητέρα...και πάλι να συμπεράνει κανείς την υποταγή από το γεγονός της ιστορικής μητρότητος θα είναι παρέκκλιση της Ορθοδόξου τριαδολογίας, σύμφωνα με την οποία η Πατρότητα ή η Υιότητα δεν αίρουν την πλήρη ισότητα. Το γεννώμενον ἐκ της ουσίας ισοδυναμεί με τον γεννῶντα. Έτσι σκέπτονταν οι Άγιοι πατέρες» [15].

Και ιδιαιτέρως κυνικά από το στόμα του πατριάρχη Βαρθολομαίου ακούγονται τα περί «φιλόστοργης μητέρας». Ουδεμία φιλόστοργη μητέρα συμπεριφέρεται έναντι των τέκνων της κατά τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται η Κωνσταντινούπολη έναντι της Ρωσικής Εκκλησίας, και λίγο παλαιότερα έναντι εκείνης της Ελλάδος.

Εάν να εφαρμόσουμε τη λέξη «μήτηρ» στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μάλλον παριστάνει αυτή την απαίσια ειδωλολατρική εικόνα μιας μητέρας η οποία καταβιβρώσκει τα τέκνα της.

Ποιος θα επιπλήξει τέκνα, τα οποία αποφασίζουν να εγκαταλείψουν μια τέτοια «μητέρα»; 

Η διακοπή από τη Ρωσική Εκκλησία της ευχαριστιακής κοινωνίας με εκείνη της Κωνσταντινουπόλεως θα ήταν δικαιολογημένη ακόμη και εάν όλη η υπόθεση θα περιορίζετο στην επιθυμία αντιμετωπίσεως ενός κακουργήματος στο επίπεδο όλης της Εκκλησίας και προστασίας των τέκνων της από την κοινωνία με εκείνους, οι οποίοι εισήλθαν σε κοινωνία με σχισματικούς.

Αλλά το πράγμα κατέστη σοβαρότερο. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν πρώτη η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί στην αίρεση του παπισμού, το οποίο επιβάλλεται από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. 

Και οι λοιπές κατά τόπους Εκκλησίες θα οφείλουν αργά ή γρήγορα να κάνουν την ίδια επιλογή, όχι μεταξύ των «Ρώσων» και των «Ελλήνων», αλλά μεταξύ της Ορθοδοξίας και της αιρέσεως.

* Ο π. Γεώργιος Μαξίμοφ είναι γνωστή θρησκευτική φυσιογνωμία της Ρωσίας, κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας και εφημέριος του Ιερού Ναού Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ Μπουσίνοβο Μόσχας. Θρησκειολόγος, αρθρογράφος, Ορθόδοξος ιεραπόστολος, διδάκτωρ θεολογίας, υφηγητής της Θεολογικής Ακδημίας Μόσχας, μέλος του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων παρά το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοποσνδίας για την καταπολέμηση του θρησκευτικού εξτρεμισμού, μέλος της Διασυνοδικής Επιτροπής της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, συγγραφέας των 30 και πλέον βιβλίων και φυλλαδίων και των 200 και πλέον άρθρων, ενώ συμμετέχεισε πολλά διεθνή συνέδρια.


[1] https://cognoscoteam.gr/αρνούμενος-το-οικουμενικό-πατριαρχε/

[2] «Ορθόδοξος «Εκκλησία» ή «Συνομοσπονδία» Τοπικών Εκκλησιών»;

[3] Παραπομπές από την ομιλία «Polozhenie Pravoslavnoy Tserkvi posle voiny» κατά τη Β’ Σύνοδο της Υπερορίου Ρωσικής Εκκλησίας (Σρέμσκιε Κάρλοβτσυ, 1/14‒11/24 Αυγούστου 1938).

[4] Σωφρόνιος Σαχάροβ, ιερομ. Edinstvo Tserkvi po obraztsu Edinstva Svatoy Troitsy // Vestnik Russkogo Zapadno-Evropeiskogo Ekzarchata а. 1950. № 2–3. Σ. 8–32.

[5] Протојереј Радомир В. Поповић. Ангажована Теологиjа Цариградске Патриjаршиjе // svetosavlje.org/angazovana-teologija-carigradske-patrijarsije/

[6] Ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας Παύλος. Druzhba s drugimi tserkvami // www.blagovest-info.ru/index.php?ss=2&s=7&id=27764

[7] https://www.pravoslavie.bg/анализи/вселенският-патриарх-източен-па/

[8] Απόφαση της Ιεράς Συνόδου Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας (ἐν Μόσχᾳ, από 24 έως 29 Ιουνίου 2008) «Περί ενότητος της Εκκλησίας»)

[9] http://www.patriarchia.ru/db/text/3481089.html

[10] Poslanie k Scholariou, II // https://azbyka.ru/otechnik/Amvrosij_Pogodin/svjatoj-mark-ehfesskij-i-florentijskaja-unija/9).

[11] Cit. ex.: Sokolov I.I. Lektsii po istorii Greko-Vostochnoy Tserkvi. Spb., 2005, Σ. 129.

[12] Ό.π. Σ. 186

[13] Gorazd, biskup Českэ aMoravsko-Slezskэ. Život sv. Cyrila a Metoděje a jejich poměr k Řнmu a Cařihradu // http://www.orthodoxia.cz/gorazd/pavlik2.htm

[14] http://anastasiosk.blogspot.com/2014/01/primus-sine-paribus.html

[15] Σωφρόνιος Σαχάροβ, ιερομ. Ό.π. Σ. 25.

ΠΗΓΗ https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/26628-airesi-tou-papismou-konstantinoupoleos