Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ...

Δὲν εἶναι ἡμερολογιακὴ ἡ διαφορά.
Δογματικὲς καὶ θεολογικὲς οἱ ἀντιθέσεις
ποὺ ὁδηγοῦν σὲ χωριστὸ Πάσχα

Τοῦ Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν


Η᾿Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν παραμένει μόνο τὸ ἀμετακίνητο θεμέλιο τῆς πίστεώς μας («Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν», Α´ Κορ. 15, 17), ἀλλὰ καὶ
ὑπενθυμίζει τὴν τραγικότητα τῆς διαιρέσεως τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῆς ἐποχῆς μας. ῾Ο οἰκουμενικὸς - διαχριστιανικὸς διάλογος ἀποσκοπεῖ, ἀκριβῶς, στὴν ἄρση τῆς διαιρέσεως καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος. Οὐσιαστικὸ ὅμως βῆμα σ᾿ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση θεωρεῖται στοὺς οἰκουμενι(στι)κοὺς κύκλους ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα. ῾Η βεβιασμένη καί, τὸ σημαντικότερο, ὄχι πανορθόδοξη ἀπόφαση ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου (1923/1924) ὁδήγησε μὲν στὸν κοινὸ παγχριστιανικὸ ἑορτασμὸ τῶν Χριστουγέννων (καὶ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν), ὄχι ὅμως καὶ τοῦ Πάσχα (κινητῶν ἑορτῶν), ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ προσδιορίζεται στὸν ὀρθόδοξο κόσμο μὲ βάση τὸ ᾿Ιουλιανὸ (παλαιὸ) ἡμερολόγιο. Μία πρόσφατη (ἀρ. 150/26-5-95) Πατριαρχικὴ ᾿Εγκύκλιος ἐπανέρχεται στὴν ἀνάγκη «καθορισμοῦ» «κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ ὑφ᾿ ἁπάντων τῶν Χριστιανῶν τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Πάσχα», ἐπιδιώκοντας ἔτσι τὴν προώθηση τῆς ἑνωτικῆς πορείας.

Οἱ σταθερὲς
Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονοῦνται κάποιες βασικὲς ἱστορικοθεολογικὲς σταθερές,
ποὺ προσδιορίζουν καθοριστικὰ τὸ νόημα τῶν χριστιανικῶν (ἐκκλησιαστικῶν) ἑορτῶν καὶ τὴ λειτουργικὴ βίωσή τους, ὅπως ἐν προκειμένῳ τοῦ Πάσχα:
α) ᾿Ορθὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ πολλοὺς ὀρθοδόξους, ὅτι τὸ ἐμπόδιο στὴν
ἑορτολογικὴ σύμπτωση μὲ τοὺς μὴ ὀρθοδόξους δὲν εἶναι ἡ ἡμερολογιακὴ
διαφορά, ἀλλὰ ἡ δογματικὴ - θεολογική, δηλαδὴ τὸ ἀσύμπτωτο στὴν πίστη.
Δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἡ «πίστη» καὶ στὴν ἀδιάκοπη χριστιανικὴ παράδοση, ποὺ συνεχίζεται στὴν ὀρθοδοξία, δὲν εἶναι μία ἁπλὴ - συμβατικὴ ἢ σχολαστικὴ - ἀποδοχὴ κάποιων ἄσαρκων «ἀληθειῶν» μὲ ἀπόλυτο χαρακτῆρα - ἀλλὰ ἡ μετοχὴ σὲ ἕνα τρόπο ζωῆς, ἀποστολικοπατερικὰ παραδεδομένο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία διατυπούμενη λεκτικὰ συνιστᾶ τὴν πίστη τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς Κυριακοῦ σώματος.
῎Ετσι κατανοεῖται ἡ ἐκκλησιαστικοκανονικὴ ἐντολὴ - ἀπὸ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ
Σύνοδο, ποὺ ἔλυσε τ ε λ ε σ ί δ ι κ α τὸ θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, 325 μ.Χ.,
ὣς σήμερα - «μὴ μετὰ ᾿Ιουδαίων συνεορτάζειν», ποὺ ἰσοδυναμεῖ σήμερα μὲ τὸ «μὴ μεθ᾿ἑτεροδόξων συνεορτάζειν». Αὐτὸ δὲν εἶναι καρπὸς μισαλλοδοξίας, ἀλλὰ ἔκφραση ὑγιοῦς καὶ ἐνεργοῦ ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Γι᾿αὐτὸ ἤδη τὸ 1582 ἡ ὀρθόδοξη ᾿Ανατολὴ ἀπέρριψε τὸ «νέο» ἡμερολόγιο, ὄχι γιὰ λόγους ἐπιστημονικούς, ἀλλὰ ἐκκλησιολογικούς, διότι ἡ εἰσαγωγή του συνδεόταν ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς καὶ τοὺς δικούς μας φιλενωτικοὺς μὲ τὴν ἐπιβολὴ ἑορτολογικῆς σύπτωσης ὡς διευκόλυνσης (de facto) καὶ «ἐκ τῶν κάτω» (στὴν πλατειὰ βάση) τῆς ἑνώσεως. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐνσάρκωνε καὶ ἡ ἀμφιλεγόμενη πατριαρχικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ 1920, ὅταν ὡς πρῶτο βῆμα τῆς ἑνωτικῆς προσπάθειας τῆς ἐποχῆς μας προέβαλε «τὴν παραδοχὴν ἑνιαίου ἡμερολογίου πρὸς ταυτόχρονον ἑορτασμὸν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπὸ πασῶν τῶν ᾿Εκκλησιῶν». Δὲν θὰ μείνουμε ἐδῶ στὴν ἰσοπεδωτικὴ ἐξίσωση ᾿Ορθοδοξίας καὶ μὴ ᾿Ορθοδοξίας. Θὰ ὑπενθυμίσουμε ὅμως, ὅτι ἡ ᾿Εγκύκλιος αὐτή, ναὶ μὲν διηύρυνε τὴ λεωφόρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ παράλληλα θὰ λειτουργήσει γενετικὰ καὶ στὴν πρόκληση τοῦ
«παλαιοημερολογιτικοῦ» ζητήματος, ποὺ παραμένει τραγικὴ τραυματικὴ ἐμπειρία στὸ σῶμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ πρέπει γι᾿ αὐτὸ νὰ λυθεῖ πρὶν ἀπὸ κάθε μερικὴ ἢ εὐρύτερη διευθέτηση στὸν «οἰκουμενικὸ» διάλογο.

Κοινὸς ἑορτασμὸς
β) Προϋπόθεση τοῦ κοινοῦ «ἑορτασμοῦ τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν» δὲν εἶναι οἱ ἡμερολογιακές, διπλωματικὲς ἢ νομικιστικὲς συμφωνίες, ἀλλὰ «ἡ ἑνότης τῆς πίστεως καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος». Δηλαδὴ ἡ ἐμμονὴ στὴν κατανόηση
τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς « ἰ α τ ρ ε ί ο υ π ν ε υ μ α τ ι κ ο ῦ » (῾Ι. Χρυσόστομος),
νοσοκομείου δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς κοινωνίας καὶ μεθόδου θεραπείας.
῾Η ἰδεολογικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἢ ἡ ἀκαδημαϊκὴ ἐκδοχή του - νοσήματα
τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου - ὄχι μόνο δὲν ὁδηγοῦν στὴν εὐκταία ἑνότητα, ἀλλὰ
μᾶλλον ἀπομακρύνουν ἀπὸ αὐτήν. ῾Η ἑνότητα - ἕνωση, ποὺ κορυφώνεται στὴν
῾Αγία Τράπεζα καὶ στὸ ῞Αγιον Ποτήριον, ἀπαιτεῖ τὸ «ὁμοθυμαδὸν» στὴν πίστη καὶ
σύνολη τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
᾿Αποδοχὴ δηλαδὴ τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως στὴν ὁλότητά της καὶ ἔνταξη σ᾿
αὐτήν. Γι᾿ αὐτό, ἀκριβῶς, δὲν συνιστᾶ βάση ἑνότητος μόνη ἡ λατρεία καὶ ἡ
λειτουργικὴ παράδοση, ὅπως ἐσφαλμένα πιστεύεται εὐρύτατα στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο. ῾Η λατρεία καὶ ἡ μετοχὴ σ᾿ αὐτὴν δὲν ἐνεργοποιοῦνται σωτηριολογικὰ ἔξω ἀπὸ τὸ παραπάνω προϋποθεσιακὸ πλαίσιο τῆς κοινῆς ἐκκλησιολογικῆς παραδόσεως. ῾Η μόνιμη εὐχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι ἡ «ἐπαναγωγὴ καὶ σύναψις τῶν πεπλανημένων» στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴ Μία ᾿Εκκλησία (Λειτουργία Μ. Βασιλείου).
῎Ετσι, δικαιώνεται ἡ ἀμφίδρομη ἰσχὺς τοῦ λόγου τοῦ ᾿Απ. Παύλου, ποὺ παραθέσαμε
στὴν ἀρχή: «῎Αν ἡ ᾿Ανάσταση τ ο ῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τ ὸ θεμέλιο τῆς Πίστεώς μ α ς , ἡ αὐθεντικὴ Πίστη ἀποτελεῖ τ ὴ μόνη προϋπόθεση μ ε τ ο χ ῆ ς , στὴν ᾿Ανάσταση, ὡς μέγιστο γεγονὸς τῆς ἐ ν Χριστῷ σωτηρίας».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω