Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ

...Ο Κύριος ερωτά εάν θα βρή πιστούς όταν θα ξανάρθη στη γή. «Πλήν ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γής;» (Λουκ. ιη΄ 8).


Μια ματιά στό παρελθόν θα μας διδάξη πολλά για την πορεία που ακολούθησαν και θα ακολουθήσουν τα εκκλησιαστικά πράγματα.

Τις πρώτες ενωτικές τάσεις των Βυζαντινών αρχόντων με την Ρωμαϊκή πλάνη ανέκοψε, ευτυχώς, η στάσις του λαού και η υποδούλωσις του Βυζαντίου στους Τούρκους. Μόλις όμως το Ελληνικό Έθνος βρήκε την ελευθερία του, ο παλαιός πειρασμός ξανακτύπησε την πόρτα του. Οι γνήσιοι Έλληνες, άνθρωποι του λαού και των παραδόσεων, αντιστάθηκαν στην αρχή στό ρεύμα του εξευρωπαϊσμού. Ήσαν όμως αγράμματοι και παρ’ όλον ότι αυτοί είχαν δώσει το αίμα τους για την ελευθερία αυτής της χώρας, γρήγορα παραγκωνίστηκαν από τους ξενόφερτους γραμματισμένους, που μαζί με την οίησι που δίνει η ημιμάθεια, είχαν και την δύναμι της Αυλής του Όθωνος. «... Αυτήνοι κατάντησαν την πατρίδα και την θρησκείαν και κλονίζεται από τους άθρησκους. Εις τον καιρόν της Τουρκιάς μίαν πέτρα δεν πείραζαν από τα παλιοκκλήσια^ κι αυτήνοι οι απατεώνες σύνδεσαν τα συμφέροντά τους με τους μολεμένους Φαναριώτες κι άλλους τοιούτους, οπού ήταν εις την Ευρώπη μόλεμα, και μας χάλασαν τα μοναστήρια και τις εκκλησίες μας - μαγαρίζουν μέσα, κι άλλες έγιναν αχούρια. Από τους τοιούτους γερωμένους πολλούς πάθαμεν αυτά^ κι από τους τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς, αφού χύσαμεν ποταμούς αίματα, κιντυνεύομεν να χάσωμεν και την πατρίδα μας και την θρησκεία μας». (Μακρυγιάννη: «Απομνημονεύματα» σελ. 398).

Αυτοί οι ημιμαθείς μορφωμένοι περιφρόνησαν τον ελληνικό λαό με το πάθος κάθε πεμπτοφαλαγγίτου. Περιφρόνησαν την γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, την νοοτροπία του. Έβαλαν όλα τους τα δυνατά να νοθεύσουν την αλήθεια της πίστεώς του, να αλλοιώσουν τις παραδόσεις της Εκκλησίας του, να μπολιάσουν το κοσμικό πνεύμα και τον ορθολογισμό επάνω στό αγιασμένο δέντρο της Ορθοδοξίας, που τόσους αιώνες είχε μείνει αμόλυντο κάτω απ’ τον βάρβαρο κατακτητή. Για να κτυπήσουν την Εκκλησία κατάκαρδα, κτύπησαν τα μοναστήρια της. Άλλά έκλεισαν, άλλων την περιουσία εστέρησαν, σε άλλα έστειλαν ηγουμένους «προοδευτικούς» που τα διέλυσαν ευκολώτερα από κάθε δίστομο κρατική μάχαιρα.

Χωρίς τα μοναστήρια της και με τους επισκόπους της δουλωμένους στό Κράτος, η Εκκλησία έγινε αμπέλι ξέφραγο. Έφυγε από τα χέρια της η Παιδεία του Έθνους και πήγε στα χέρια ενός Κράτους ουμανιστικού, που μ’ όλες τις περί «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» υποκρισίες του, παρέμεινε και παραμένει ατόφια ειδωλολατρικό. Τα πάντα άρχισαν να προσαρμόζωνται πρός τα γούστα της νεοπλουτικής και αρχοντοχωριάτικης αθηναϊκής κοινωνίας.

Η λατρεία της Εκκλησίας άρχισε να ξεφτίζη πρός το κοσμικώτερο. Η βυζαντινή μουσική άρχισε να μεταποιήται πρός το ευρωπαϊκώτερο για να μεταπέση στην θεατρική τετραφωνία. Οι εικόνες άρχισαν να φαίνωνται πολύ αυστηρές και άσχημες στα μάτια των γυναικαρίων των «ανωτέρων» τάξεων, που ζητούσαν «γλυκείς Ιησούς» γεμάτους συγκατάβασι για τις ανομίες τους και ανίκανους να προκαλούν το δέος και τον σεβασμό. Τα γένεια και τα μαλλιά των ιερωμένων άρχισαν να ενοχλούν, και αυτοί, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινού, άρχισαν να καλλωπίζωνται. Το φτωχό και αγιασμένο κεράκι με την κατανυκτική ατμόσφαιρα, αντικατέστησαν οι λαμπτήρες του Έντισσον, κάνοντας την Εκκλησία να μοιάζη με αίθουσα αυτοκρατορική, τόσο κατάλληλη για τους γάμους και τις επίσημες εμφανίσεις της κρατούσης τάξεως.

Αλλά δεν ήταν μόνον αυτά. Δεν έφυγε μόνον η κατώτατη και η μέση εκπαίδευσις από τα χέρια της Εκκλησίας, αλλά και η ανωτάτη. Έτσι οι θεολόγοι και οι μέλλοντες ιερείς και αρχιερείς δεν εκκολάπτοντο μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, της φυσικής τους μητέρας, αλλά μέσα στους κόλπους ενός κρατικού Πανεπιστημίου γεμάτου από ορθολογιστική δυσωδία και πνευματική ρηχότητα, χωρίς καμμία δυνατότητα να γευθούν στην πράξι την μυστική εν Χριστώ ζωή της αγιότητος, που μόνη αναδεικνύει πραγματικούς θεολόγους. Φύτρωσαν έτσι σαν ζιζάνια μέσα στην Εκκλησία θεολόγοι που είχαν τα μυαλά γεμισμένα με πολλές φιλοσοφικές θεωρίες προτεσταντικής ή ρωμαϊκής προελεύσεως, αλλά τις καρδιές κενές από το βίωμα της Ορθοδοξίας.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ανίκανοι να δούν το χάσμα που χωρίζει την Ανατολική από τις Δυτικές «Εκκλησίες». Το θεωρούσαν ζήτημα δογματικών διατυπώσεων, αλλά όχι ζήτημα ζωής και ουσίας. Γι’ αυτούς η εν Χριστώ ζωή ήταν σειρά συναισθηματικών καταστάσεων και ηθικών πράξεων. Το ίδιο όμως είναι η εν Χριστώ ζωή και για τους Δυτικούς. Η θεωρία του Θεού, το βίωμα της παρουσίας του Χριστού και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, η κατοίκησις δηλαδή της αληθείας μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, τους ήταν άγνωστη. Αυτοί όταν μιλούν για αλήθεια εννοούν το ξηρό δόγμα. Το δόγμα όμως, τόσο γι’ αυτούς όσο και για τους Δυτικούς, ήταν ένας ξεχωριστός κόσμος εγκεφαλικών διατυπώσεων, αρκετά ενοχλητικός, την αξία του οποίου, ύστερα απ’ αυτήν την διάσπασι της ζωής και της πίστεως, ήταν αδύνατον να εκτιμήσουν.

Τα θεμέλια λοιπόν επάνω στα οποία θα έκτιζαν για να υπερασπισθούν την Ορθοδοξία τους, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι από τους θεολόγους μας, ήταν σαθρότατα. Είναι φοβερό, όταν αναλογισθή κανείς, ότι επάνω σ’ αυτά τα σαθρά θεμέλια έχει κτισθή ολόκληρη η σύγχρονη ελληνική θρησκευτικότης. Γιατί, ενώ κάποτε η θρησκευτικότης του λαού επήγαζε από τις Μονές και αυτές είχε για πνευματικό αποκούμπι και καθοδήγησι, στό ελληνικό βασίλειο η θρησκευτικότης θεμελιώθηκε επάνω στον θεολόγο που περιγράψαμε, ιερωμένο ή λαϊκό. Ο θεολόγος αυτός, μιμούμενος τα δυτικά πρότυπα, ωργάνωσε αδελφότητες και χριστιανικές ενώσεις και πήρε στα χέρια του το κήρυγμα και την κατήχησι. Και ενώ πρίν η θρησκευτικότης ενός τόπου είχε σαν κέντρο της το μοναστήρι της περιοχής και τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, και δεν διέφερε σε τίποτε ο Χριστιανός του Α΄ τόπου από τον Χριστιανό του Β΄ τόπου, γιατί όλοι ήταν το ίδιο παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τώρα ο θεολόγος ωργάνωσε την φατρία, και έτσι σ’ έναν και τον αυτό τόπο υπάρχουν Χριστιανοί της Α΄ φατρίας και Χριστιανοί της Β΄ φατρίας, πάντοτε αντίδικοι και υποβλεπόμενοι, χωρισμένοι - χωρίς οι ίδιοι να καταλαβαίνουν ποιές είναι οι διαφορές τους. Και όμως, μ’ όλα αυτά τα μίση και τα μεταξύ των σχίσματα, οι φατρίες είναι σύμφωνες πώς όσον αφορά τους Δυτικούς «περισσότερα είναι εκείνα που μας ενώνουν παρά εκείνα που μας χωρίζουν» και «πρέπει να βλέπουμε αυτά που μας ενώνουν και να παραβλέπουμε αυτά που μας χωρίζουν». Βλέπουν δηλαδή πιο εύκολη την ένωσι και την αγάπη με τους Δυτικούς «αδελφούς» τους που ούτε τους είδαν ούτε τους γνώρισαν ποτέ, παρά με τους ορθοδόξους συμπολίτες και γείτονες, που και βλέπουν καθημερινώς και γνωρίζουν. Αλλά είπαμε^ οι άνθρωποι σήμερα κόπτονται για την αγάπη του ανθρώπου, για την αφηρημένη αγάπη της ανθρωπότητος, την στιγμή που είναι ανίκανοι να αγαπήσουν τον πλησίον τους.

Θ΄ Το Παλαιοημερολογητικό

Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα της αποσυνθέσεως, ήλθε ξαφνικά, ύστερα από πίεσι του Κράτους, το πρώτο επίσημο βήμα της ελληνικής Εκκλησίας πρός τον Πάπα: Η υιοθέτησις του παπικού ημερολογίου.


Λίγοι έχουν, δυστυχώς, εννοήσει την σημασία του «παλαιοημερολογητικού», όπως ονομάζεται, ζητήματος. Οι περισσότεροι αποδίδουν σε στενοκεφαλιά του αγραμμάτου λαού την αντίδρασι των Παλαιοημερολογιτών, δείγμα κι αυτό της βαθειάς περιφρονήσεως που τρέφουν οι οιηματίες εγγράμματοι πρός τους αγραμμάτους. Όμως οι αγράμματοι αυτοί, για να αντιδράσουν όπως αντέδρασαν, θα έπρεπε να έχουν, αν μη τι άλλο, θρησκευτικόν ζήλο και ενδιαφέροντα πνευματικά, που τα εστερείτο η μάζα των αδιαφόρων που ακολούθησαν, χωρίς κάν να γνωρίζουν πώς τίθεται το πρόβλημα, την πλειοψηφία των ιεραρχών. Κανείς από τους φωτισμένους θεολόγους και τους οπαδούς των δεν έδειξε πάντως σημεία αγωνίας μπροστά στό φαινόμενο αυτό του διαχωρισμού της ελληνικής Εκκλησίας, ούτε ζήτησε να βρή μια απάντησι στην γεμάτη πόνο κραυγή τόσων χιλιάδων πιστών. Η πλειοψηφία ήταν με το μέρος των. Οι αριθμοί πάντοτε τους έδιναν το αίσθημα της ασφαλείας. Στην πραγματικότητα όμως, ούτε τους αριθμούς δεν είχαν με το μέρος των. Γιατί αν ήταν λίγες χιλιάδες οι Παλαιοημερολογίτες και εκατομμύρια οι ακολουθήσαντες το νέο Ημερολόγιο, όμως αυτές οι λίγες χιλιάδες ήταν χιλιάδες πιστών, πονούντων την Εκκλησία. Ενώ μέσα στα εκατομμύρια των αδιαφόρων, των υλιστών και των αθέων, οπαδών του νέου Ημερολογίου, ήταν ζήτημα αν μπορούσες να βρής λίγες χιλιάδες πραγματικών πιστών. Εχλεύασαν μόνον τους απλοϊκούς αυτούς νέους ομολογητάς της Ορθοδοξίας, λέγοντας ότι από δεισιδαιμονία δεν θέλουν να διορθώσουν το ωρολόγι τους που δεν πάει καλά.


Όμως δεν ήταν εκεί το πρόβλημα. Δεν είχαν δίκιο να κατηγορούν τους Παλαιοημερολογίτες ότι μαλώνουν για ένα Ημερολόγιο. Το ζήτημα δεν ήταν ποιο από τα δύο Ημερολόγια είναι ανακριβή. Ούτε οι Παλαιοημερολογίτες επέμειναν στό παλιό Ημερολόγιο, ούτε οι Νεοημερολογίτες έφεραν το νέο Ημερολόγιο, για λόγους αστρονομικής ακριβείας. Ο λόγος για τον οποίον απεφασίσθη η εισαγωγή του νέου Ημερολογίου στην Ελλάδα ούτε αστρονομικός ούτε θεολογικός ήταν. Επρόκειτο απλώς για μια από τις πολλές υποχωρήσεις της υποδουλωμένης στό Κράτος ιεραρχίας πρός τον κύριό της που της το ζήτησε για να διευκολύνη τις εμπορικές του συναλλαγές.


Ο λόγος όμως της αρνήσεως των Παλαιοημερολογιτών να συμμορφωθούν ήταν θεολογικώτατος και επήγαζε από βαθειά εκκλησιαστική συνείδησι. Πράγματι η λειτουργική αρμονία της Εκκλησίας του Χριστού διεκυβεύετο χάριν πολιτικών συμφερόντων. Με την αλλαγή του Ημερολογίου επήρχετο διάσπασις της λειτουργικής συμπνοίας μεταξύ της ελληνικής Εκκλησίας και όλων των άλλων ορθοδόξων Εκκλησιών, οι όποίες διατηρούν μέχρι σήμερα το παλιό Ημερολόγιο. Και δεν επρόκειτο μόνον για μια ακαταστασία στην λειτουργική ζωή της στρατευομένης Εκκλησίας αλλά διεκόπτετο και η συνέχεια της λειτουργικής ζωής της στρατευομένης με την θριαμβεύουσα Εκκλησία.


Όταν στην Ελλάδα οι καμπάνες καλούν τους πιστούς να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και οι ψαλτάδες ψέλνουν χαρμόσυνα το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», τα εκατομμύρια των Ορθοδόξων αδελφών μας σ’ ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο και στό Άγιον Όρος βρίσκονται ακόμη στην Σαρακοστή, και δεν ακούν τις καμπάνες, ούτε ψέλνουν μαζί μας τους χαρούμενους ύμνους των Χριστουγέννων.


Τι χειρότερο μπορεί να φαντασθή κανείς για την Εκκλησία από την διάσπασι αυτήν της λειτουργικής συμπνοίας που μας απομακρύνει ψυχικά όχι μόνον από τους άλλους Ορθοδόξους αλλά και από τους πρό ημών Ορθοδόξους, από την θριαμβεύουσα Εκκλησία των εν Χριστώ κοιμηθέντων, από τους αγίους που εώρταζαν και λειτουργούσαν με το παλιό Ημερολόγιο που αρνηθήκαμε εμείς;


Τόσοι κόποι των Πατέρων μας, τόσαι Σύνοδοι χρειάσθηκαν για να θεσπισθή το εορτολόγιο αυτό. Και όλα αυτά για να υπάρξη λειτουργική ευρυθμία μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών. Γιατί αυτή η ευρυθμία και σύμπνοια εκφράζει την εσωτερική λειτουργική ενότητα της Εκκλησίας. Αυτή είναι που κάνει την Εκκλησία και αισθητών Μία παρά την πολλαπλότητα των κατά τόπους Εκκλησιών. Την Εκκλησία δεν την ενοποιεί, όπως νομίζει ο Παπισμός, η σκληρή πειθαρχία και η υπακοή σε μια καθωρισμένη ιεραρχία, που έχει για κορυφή ένα και μόνο άτομο, που ισχυρίζεται ότι αντικαθιστά τον Χριστό επί της γής, αλλά η μυστική κοινωνία στό σώμα και στό αίμα του Χριστού. Κάθε εκκλησία όπου τελείται η Θεία Ευχαριστία και όπου είναι συναγμένοι οι πιστοί «επί το αυτό», αποτελεί την ωλοκληρωμένη εικόνα της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό που κάνει ώστε μία ενορία να αποτελή ένα σώμα με τις άλλες επισκοπές, είναι η μυστική κοινωνία όλων στό σώμα και το αίμα του Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι και αληθεία.


Η ενότης λοιπόν της Εκκλησίας είναι δεσμός μυστικός που χαλκεύεται κατά την Θεία Ευχαριστία όταν οι πιστοί μεταλαμβάνουν το σώμα και το αίμα του Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι ένα σώμα, τόσο όσοι ζούνε σήμερα επάνω στη γή, όσο και αυτοί που έζησαν πρίν από μας στους αιώνες που πέρασαν, και όσοι θα ζήσουν στα χρόνια που θάρθουν, κι αυτό γιατί έχουμε κοινή ρίζα, το σώμα του Χριστού. «Είς άρτος έν σώμα οι πολλοί εσμέν^ οι γάρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν».


Δεν είναι λοιπόν διοικητική, δεν είναι πειθαρχική, ούτε οργανωτική η ενότης της Εκκλησίας, αλλά λειτουργική. Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία το εορτολόγιο. Η ενότης που πηγάζει από την Θεία Ευχαριστία, την μία Πίστι και το ένα Βάπτισμα, παύει να είναι εξωτερικά έκδηλη όταν υπάρχη λειτουργική αναρχία. Η μορφή και τα λόγια της Λειτουργίας έχουν καθορισθή, ώστε όλες οι εκκλησίες να λατρεύουν κατά τον ίδιο τρόπο τον Θεό. Και τα μηναία περιέχουν το τι θα ψαλή σε κάθε εορτή. Έτσι καμμιά παραφωνία δεν μπορεί να διαταράξη την λειτουργική αρμονία γιατί και η μουσική και η εικονογραφία, που λέγονται κι αυτές λειτουργικές τέχνες, έχουν το ίδιο καθορισθή, ώστε να μη μπορή ο κάθε αγιογράφος ή ο κάθε ψάλτης να εικονογραφή ή να ψάλλη κατά την φαντασία του, αλλά να είναι αναγκασμένος να προσαρμόση την προσωπική του τέχνη και ικανότητα στα πρότυπα του πιο αυστηρού πνευματικού ρεαλισμού. Έτσι έχει καθορισθή και το εορτολόγιο, για να μη μπορή ο κάθε ιερεύς να εορτάζη όποτε θέλη τις εορτές που θέλει, αλλά να υπάρχη πλήρης κοινωνία προσευχών ανάμεσα σ’ όλους τους πιστούς της γής.


Ό,τι λοιπόν κάνει ο ζωγράφος που ζωγραφίζει κατά τα δικά του γούστα τις εικόνες της Εκκλησίας, περιφρονώντας την παράδοση, όπως καταστρέφει την λειτουργική ευρυθμία ο ψάλτης που αντί να ψάλλη τραγουδάει μέσα στην εκκλησία θεατρικά, έτσι εχάλασαν την λειτουργική αρμονία της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι Έλληνες ιεράρχαι που αποφάσισαν να ακολουθούν στην Ελλάδα άλλο εορτολόγιο διαφορετικό από εκείνο που ακολουθούν οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και το Άγιον Όρος. Έτσι άλλον άγιον εορτάζουν και άλλα τροπάρια ψάλλουν στό Άγιον Όρος, και άλλον άγιο εορτάζουν και άλλα τροπάρια ψάλλουν στην Θεσσαλονίκη, άλλη μέρα εορτάζεται η Μεταμόρφωσις του Κυρίου στην Αθήνα και άλλη στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια ή στη Μόσχα.


Το πόσο τραγική είναι αυτή η παραφωνία είναι δύσκολο να γίνη αντιληπτό στη χώρα μας, λόγω των αποστάσεων. Γίνεται όμως πολύ οδυνηρά αντιληπτό απ’ αυτόν που ταξιδεύει στην Ευρώπη, και ο οποίος βλέπει μέσα στην ίδια πόλι, σε γειτονικές συνοικίες, τους μέν Ρώσους να εορτάζουν άλλη εορτή, τους δε Έλληνας άλλη. Ή ακούει τις καμπάνες της ελληνικής Εκκλησίας να καλούν τους πιστούς, όταν οι καμπάνες της ρωσικής Εκκλησίας παραμένουν βουβές. Και διερωτάται τότε αν και οι δύο Εκκλησίες είναι Ορθόδοξες.


Δεν έγινε λοιπόν αντιληπτό στην Ελλάδα το πόσο σοβαρά υποχώρησις υπήρξε πρός τα στοιχεία του κόσμου, και τι πλήγμα κατεφέρετο κατά της Εκκλησίας με την κατάργησι του παλιού και την εισαγωγή του νέου εορτολογίου. Αλλά και αν μερικοί το αντιλήφθησαν, δεν είχαν την δύναμι να σηκώσουν το ανάστημά τους και να κηρύξουν την αλήθεια. Κανένας σοφός και κανένας δυνατός κατά κόσμον, δεν βρήκε λέξεις να διαμαρτυρηθή. Έτσι απεδείχθη για πολλοστή φορά ότι «ο Θεός τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ίνα καταισχύνη τα ισχυρά», και ότι «εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν των σοφών». Γιατί, ενώ οι σοφοί σιωπούσαν και απεδέχοντο, οι αγράμματοι πιστοί εξεγείροντο. Και αυτοί «ουχ ώσπερ οι μωροί του κόσμου σοφοί μωρά ελάλησαν». Δεν αναλύθηκαν σε αστρονομικές θεωρίες και μαθηματικούς υπολογισμούς, αλλά μίλησαν στό όνομα της παραδόσεως την οποία αισθάνονταν σαν πράγμα ιερό, που δεν μπορεί κανείς να το καταπατή χάριν της συνεχώς απαρνουμένης τις απόψεις της επιστήμης ή του πολιτικού και οικονομικού συμφέροντος μιας χώρας.


Αλλά «τους διδακτούς Θεού οι μαθηταί των σοφών του αιώνος τούτου ανθρώπων ηγούνται μωρούς». Έτσι από την αρχή και μέχρι σήμερα τους Παλαιοημερολογίτας τους θεωρούν μωρούς, θρησκόληπτους, δεισιδαίμονας κ.τ.τ. και χαίρονται για την δική τους γνώσι που τους κάνει να στέκωνται πάνω από αυτές τις «λεπτομέρειες» και να μήν δημιουργούν ζητήματα για το «τίποτε».
(Καλόμοιρου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω