Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ


῾Η Οἰκουμενικὴ Κίνησις σὺν τῷ χρόνῳ περιέλαβε στοὺς κόλπους της καὶ τὶς ἄλλες Θρησκεῖες τοῦ κόσμου οὕτως, ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα πλέον ἐνώπιον ἑνὸς νέου καὶ πρωτοφανοῦς ἱστορικοῦ φαινομένου, δηλαδὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
῾Η διάβασις ὅμως αὐτὴ ἀπὸ τῆς Διαχριστιανικῆς στὴν Διαθρησκειακὴ Συνεργασία, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἰδίως τριάντα ἐτῶν, δὲν ἦταν δυστυ-
χῶς οὔτε ἀκίνδυνος οὔτε ἀδάπανος.
Στὶς συνειδήσεις δηλαδὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν προεκλήθη ἕνας βαθὺς χριστιανικὸς ἐκφυλισμός, παρὰ τὸ ὅτι οἱ συζητήσεις καὶ οἱ συνεργασίες μεταξὺ τῶν Θρησκειῶν ἀφοροῦσαν ἐκ πρώτης ὄψεως ἐμπειρίες καὶ προβληματισμοὺς σχετικὰ μὲ κρίσιμα κοινὰ ἀνθρώπινα προβλήματα.
῏Αρά γε, ποῦ ὀφείλεται αὐτὸς ὁ ἐκφυλισμός; Γιατί ἐγκυμονεῖ κινδύνους ἡ Διαθρησκειακὴ Συνεργασία;
* * *
ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ θέμα, τὸ ὁποῖο θὰ ἤθελα νὰ διευκρινίσω εἰσαγωγικά, εἶναι ἡ ὁρολογία.
Διαθρησκειακὴ Συνεργασία καὶ Συγκρητισμὸς . Σὲ ὅλες τὶς ἐτήσιες «Συνάξεις» μας γίνεται πάντοτε ἀναφορὰ στὸν Συγκρητισμό, τὸν Διαχριστιανικὸ Συγκρητισμό, τὸν Δογματικὸ Συγκρητισμό, τὸν Πανθρησκειακὸ Συγκρητισμὸ ἢ τὸν Διαθρησκειακὸ
Συγκρητισμό. ῍Αν καὶ ἔχη ἀποσαφηνισθῆ κατ᾿ ἐπανάληψιν ἡ ἔννοια τοῦ Συγκρητισμοῦ, θεωρῶ σκόπιμο νὰ ἐπανέλθω στὴν ἐξήγησί της, ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα ἀπόψε ἀπαιτεῖ τοῦτο καὶ τὸ θέμα τῆς «Συνάξεώς» μας.
᾿Εν πρώτοις, ὁ ὅρος Συγκρητισμὸς δὲν ἔχει σχέσι μὲ τὴν λέξι σύγκρισις καὶ τὸ ρῆμα συγκρίνω, ἀλλὰ προῆλθε ἀπὸ τοὺς Κρήτας, δηλαδὴ τοὺς Κρητικούς.
Οἱ Κρῆτες, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Πλούταρχος, ἐν καιρῷ ἐξωτερικοῦ κινδύνου, λησμονοῦσαν τὶς μεταξύ τους ἐσωτερικὲς διαιρέσεις καὶ ἔριδες, καὶ συνησπίζοντο οὕτως, ὥστε ἑνωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν κοινὸ ἐχθρὸ ποὺ τοὺς ἀπειλοῦσε.
Συγκρητισμὸς ἑπομένως σημαίνει πρωτογενῶς ἕνωσι καὶ συνάφεια παρὰ τὶς διαφορές, πρὸς ἀντιμετώπισιν μιᾶς ἀπειλῆς.
Περαιτέρω, μὲ τὸν ἴδιο ὅρο χαρακτηρίζεται σὲ γενικὲς γραμμὲς τὸ φαινόμενο καὶ οἱ τάσεις συμφιλιώσεως, ἀναμείξεως, ἑνοποιήσεως καὶ συγχωνεύσεως γλωσσῶν, φιλοσοφικῶν ἰδεῶν, πολιτισμῶν καὶ θρησκειῶν.
Τὸ ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεκτο κατὰ τὴν διαδικασία τοῦ δευτερογενοῦς αὐτοῦ Συγκρητισμοῦ εἶναι, ὅτι «παραθεωροῦνται τυχὸν διαφορὲς καὶ τονίζονται σημαντικὲς ὁμοιότητες ἢ καὶ συμπτώσεις» μεταξὺ τῶν μερῶν ποὺ εὑρίσκονται σὲ συνάφεια καὶ ἀλληλεπίδρασι.

Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθῆ, ὅτι τὸ φαινόμενο τοῦ Συγκρητισμοῦ εἶναι πανάρχαιο καὶ παγκόσμιο, ἀκόμη δὲ καὶ στὶς ἡμέρες μας «ὑπάρχουν τάσεις θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, οἱ ὁποῖες ἀναζητοῦν πανθρησκειακὴ ἑνότητα», ὅπως γιὰ παράδειγμα αὐτὲς ποὺ ἐκφράζονται μέσῳ τοῦ πολυμόρφου κινήματος τῆς «Νέας ᾿Εποχῆς».
...
Εἶναι ἰδιαίτερα ἐνθαρρυντικὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἐσχάτως γίνεται ἀπὸ ἔγκριτα πρόσωπα τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Νέου ῾Ημερολογίου ὅλο καὶ περισσότερο λόγος γιὰ τὸν
Συγκρητισμὸ καὶ τὰ ἀρνητικά του ἀποτελέσματα. «῾Η πρόσφατη ἔλευση τοῦ Πάπα στὴν ῾Ελλάδα», ἔγραψε τὸν περασμένο Δεκέμβριο διακεκριμένος ῾Ιεράρχης, «συνετέλεσε στὴν ἀνάδειξη μιᾶς τραγικῆς πραγματικότητος. Στὸ ὅτι, δηλαδή, μερικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες διακρίνονται ἀπὸ τὸν τραγικὸ αὐτὸ διαχριστιανικὸ καὶ διαθρησκειακὸ συγκρητισμό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη πλάνη τῆς ἐποχῆς μας, ὁ μεγαλύτερος καὶ ἰσχυρότερος πειρασμός».
Γιατί ὅμως ὁ Συγκρητισμὸς χαρακτηρίζεται ὡς «ἡ μεγαλύτερη πλάνη τῆς ἐποχῆς μας, ὁ μεγαλύτερος καὶ ἰσχυρότερος πειρασμός»;

 Η «πλάνη» καὶ ὁ «πειρασμὸς» ἐντοπίζονται στὴν ἑξῆς τραγικὴ πραγματικότητα:
μέσῳ τῆς συνεργασίας σὲ θεολογικὸ καὶ πρακτικὸ ἐπίπεδο ᾿Ορθοδόξων, ῾Ετεροδόξων καὶ ᾿Αλλοθρήσκων, πρωτίστως μὲν καθιερώνεται καὶ ἐπίσημα πλέον ἡ
ἁρμονικὴ καὶ ἀδιατάρακτος συνύπαρξις καὶ συνάφεια᾿Αληθείας καὶ πλάνης, Φωτὸς καὶ σκότους· περαιτέρω δέ, ἐπέρχεται μία σταδιακὴ σχετικοποίησις τῆς ᾿Αληθείας τοῦ Εὐαγγελίου· ἡ ᾿Εκκλησία «συσχηματίζεται» πρὸς τὸν κόσμο καὶ τελικὰ μεταβάλλεται σὲ «κόσμο», δηλαδὴ σὲ ἕναν ἀνθρωποκεντρικὸ ὀργανισμό, σὲ ἕνα
ἐγκοσμιοκρατικὸ σύστημα, σὲ μία ἰδεολογία.

Τὰ δύο κύρια στοιχεῖα τοῦ Συγκρητισμοῦ


ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, θὰ ἤθελα νὰ ἐπιμείνω περισσότερο στὰ δύο κύρια στοιχεῖα τῆς συγκρητιστικῆς διεργασίας, ὥστε νὰ συνειδητοποιηθῆ βαθύτερα ἡ «πλάνη» καὶ ὁ «πειρασμός». Τὰ στοιχεῖα λοιπὸν αὐτὰ εἶναι τὰ ἑξῆς:
Πρῶτον, ἡ ἐπιδίωξις τῆς συνεργασίας, μὲ κύριο σκοπὸ τὴν ἀντιμετώπισι ἑνὸς κοινοῦ ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ· καὶ δεύτερον, ἡ μείωσις τῆς σημασίας τῶν διαφορῶν καὶ ἡ προβολὴ τῶν συγγενῶν σημείων. Ακριβῶς τὰ δύο αὐτὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα
ἦσαν ἀνέκαθεν ἔντονα στὰ ὅρια τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, τόσο τῆς Διαχριστιανικῆς ὅσο καὶ τῆς Διαθρησκειακῆς. ῍Αν καὶ στὶς «Συνάξεις» μας ἔχουμε ἀναφερθῆ πολλάκις στὰ θεμελιώδη αὐτὰ γνωρίσματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θεωρεῖται σκόπιμη μία ἐνδεικτικὴ ἀναδρομή, προκειμένου τὰ συμπεράσματά μας νὰ εἶναι
τεκμηριωμένα.

* * *

ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ τὸ πρῶτο στοιχεῖο, δηλαδὴ τοῦ συνασπισμοῦ πρὸ τοῦ κοινοῦ κινδύνου, οἱ πηγὲς εἶναι πολλὲς καὶ σαφεῖς.

α. Γιὰ τὸν Διαχριστιανικὸ Συγκρητισμό, ὑπενθυμίζω ἕνα ἀντιπροσωπευτικὸ κείμενο, τὴν ᾿Εγκύκλιο τοῦ 1920, τὸν ἀκρογωνιαῖο αὐτὸν λίθο τῆς Χριστιανικῆς
Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Μὲ τὴν ᾿Εγκύκλιο αὐτή, τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἀπευθύνεται στὶς αἱρετικὲς Κοινότητες τῆς Δύσεως καὶ προτείνει τὴν προσέγγισι, τὴν συνεργασία καὶ τελικὰ τὴν σύμπηξι μιᾶς «συναφείας καὶ κοινωνίας μεταξὺ τῶν ᾿Εκκλησιῶν». ῏Αρά γε, πῶς δικαιολογοῦσε τὸ Πατριαρχεῖο τὴν πρωτοφανῆ αὐτὴ πρότασί του: ῾Η «συνάφεια» αὐτή, διευκρινίζεται στὴν ᾿Εγκύκλιο, θὰ εἶναι δῆθεν «χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος», διότι «παντοῖοι κίνδυνοι» ἀπειλοῦν τὶς ἐπὶ μέρους ᾿Εκκλησίες, ὅπως εἶναι ὁ ἀλκοολισμός, ἡ πολυτέλεια, ἡ φιληδονία, ἡ ἀκολασταίνουσα ἀσχημοσύνη, ἡ θεοποίησις τοῦ πλούτου κ.ἄ.
Οἱ Οἰκουμενισταὶ λοιπὸν τοῦ Φαναρίου θεωροῦν τὴν προσέγγισι καὶ τὸν συνασπισμὸ ᾿Ορθοδόξων καὶ ῾Ετεροδόξων ὡς δῆθεν «εὐκταίαν καὶ ἀναγκαίαν» καὶ
«πολλαχῶς χρήσιμον», ἡ ὁποία μάλιστα δῆθεν «οὐκ ἀποκλείεται ὑπὸ τῶν ὑφισταμένων μεταξὺ αὐτῶν δογματικῶν διαφορῶν» . ᾿Εν τούτοις, εἶναι προφανέστατον, ὅτι ἤδη ἡ ᾿Εγκύκλιος θέτει τὰ θεμέλια τῆς διαδικασίας τοῦ Συγκρητισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον τοποθετεῖ ᾿Ορθοδόξους καὶ Αἱρετικοὺς
ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐνδιαφέρεται «ὑπὲρ τοῦ ὅλου τῆς ᾿Εκκλησίας σώματος», καὶ χαρακτηρίζει τὶς αἱρετικὲς Κοινότητες τῆς Δύσεως ὡς «σεβασμίας Χριστιανικὰς ᾿Εκκλησίας» !

β. Γιὰ τὸν Διαθρησκειακὸ Συγκρητισμό, ἐπιστρατεύονται τὰ ἴδια ἀκριβῶς ἐπιχειρήματα ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὰς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
῎Ηδη ἀπὸ τοῦ 1961, τόσο σὲ συλλογικὸ ἐπίπεδο ὅλες οἱ Τοπικὲς ᾿Ορθόδοξες ᾿Εκκλησίες, ὅσο καὶ μεμονωμένα ἡ ᾿Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, διακηρύσσουν συνεχῶς ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ Διαθρησκειακὴ Συνεργασία.
Καὶ πῶς δικαιολογοῦν τὸ πανθρησκειακὸ μέτωπο, τὸ ὁποῖο προτείνουν;
᾿Επιβάλλεται ἡ Συνεργασία, λέγουν οἱ Οἰκουμενισταί, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ κοινοῦ «τὰ μεγάλα καὶ σοβαρὰ προβλήματα τῆς καταπτώσεως τῶν ἠθικῶν καὶ πνευματικῶν ἀξιῶν ἐν γένει καὶ εἰδικώτερον τῆς καταπατήσεως τῆς
ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου». ᾿Απαιτεῖται, ὑποστηρίζουν οἱ Οἰκουμενισταί, ἡ Συνεργασία ᾿Ορθοδόξων καὶ ᾿Αλλοθρήσκων «γιὰ τὴν ἀποτελεσματικώτερη ἀντιμετώπιση τῶν πιεστικῶν κοινῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας», «πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς και θρησκεύματος».

* * *

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ὅμως, προτοῦ νὰ προχωρήσω στὸ δεύτερο στοιχεῖο τῆς διαδικασίας τοῦ Συγκρητισμοῦ, δηλαδὴ στὴν ὑποτίμησι τῶν διαφορῶν καὶ τὴν ὑπογράμμισι τῶν κοινῶν σημείων, νὰ ἀναφερθῶ σὲ μία σοβαρὰ παράμετρο τοῦ θέματος ποὺ ἀναλύουμε. Εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅτι οἱ Οἰκουμενισταὶ γνωρίζουν τὴν κατηγορία ποὺ διατυπώνεται ἐναντίον τους γιὰ Συγκρητισμὸ καὶ προσπαθοῦν νὰ τὴν ἀποσείσουν.
῎Αλλοτε λοιπὸν δηλώνουν, ὅτι ἡ Διαθρησκειακὴ Συνεργασία δῆθεν «ἀποκλείει τὸν συγκρητισμόν», καὶ ἄλλοτε προεξαγγέλουν τὴν λῆψι δῆθεν τῶν ἀναγκαίων μέτρων «πρὸς ἀποφυγὴν ἐμφιλοχωρήσεως συγκρητιστικῶν τάσεων εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον ᾿Εκκλησιῶν». Οἱ ἐξαγγελίες ὅμως αὐτὲς στεροῦνται οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ καὶ εἰλικρινείας. Πρὸς κατανόησιν τῆς θέσεώς μας αὐτῆς, ἀρκεῖ νὰ σκεφθῆ κανεὶς τὰ ἑξῆς.῾Η Οἰκουμενικὴ Κίνησις, τόσο ἡ Διαχριστιανικὴ ὅσο καὶ ἡ Διαθρησκειακή, πρὸ τῶν μεγάλων ἀδιεξόδων, στὰ ὁποῖα ὡδηγήθησαν οἱ ποικίλοι Διάλογοι, ἔχει προβῆ σὲ ἕναν ἱστορικὸ συμβιβασμό, δηλαδὴ ἔχει ἀποδεχθῆ στὴν πρᾶξι τὸ ἦθος τῆς ἀνοχῆς, τῆς ἀνεκτικότητος. Βεβαίως, ἡ ἀνοχὴ ἔναντι τοῦ ᾿Αλλοδόξου καὶ τοῦ ᾿Αλλοθρήσκου εἶναι ὁπωσδήποτε ἀναγκαία, προκειμένου νὰ μὴν κακοποιοῦμε, νὰ μὴν διώκουμε, νὰ μὴν ἐξουθενώνουμε αὐτοὺς ποὺ τυχὸν ἔχουν διαφορετικὴ πίστι ἀπὸ τὴν ἰδική μας. ᾿Εν τούτοις, τὸ ἦθος τῆς ἀνοχῆς εἶναι «μόνο ἀνθρώπινο μέτρο», τὸ ὁποῖο προβάλλεται καὶ καλλιεργεῖται συνήθως καὶ ὀρθῶς ἀπὸ Κυβερνήσεις καὶ Κινήματα μέσα στὰ πλαίσια τοῦ οὑμανιστικοῦ ἰδεώδους. ῾Η ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ὅμως, ὡς Θεῖος ᾿Οργανισμός, βιώνει καὶ ἔχει ὡς ὁδηγό Της πάντοτε τὸ ἀπόλυτο θεανθρώπινο μέτρο, δηλαδὴ τὴν ἐν Χριστῷ ᾿Αγάπη, ἡ ὁποία ὄχι ἁπλῶς ἀνέχεται τὸν ῎Αλλον, ἀλλὰ θυσιάζεται χάριν Αὐτοῦ, ἐπιδιώκει τὴν σωτηρία του καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει μὲ εἰλικρίνεια καὶ αἴσθημα εὐθύνης τὴν ᾿Αλήθεια.
῾Η Παράδοσίς μας θεωροῦσε ἀνέκαθεν τὴν ᾿Αγάπη ὡς θεολογικὴ ἀρετή, ἐφ᾿ ὅσον αὐτὴ ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὴν ᾿Αλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι μία, μᾶς ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μετέχουμε εἰς Αὐτὴν διὰ τῶν Μυστηρίων. Πολὺ ὀρθὰ λοιπὸν ἔχει γραφῆ, ὅτι «῾Ο γνήσιος ὀρθόδοξος ὀφείλει ὄχι ἁπλῶς ν᾿ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀγαπάει τὰ μέλη ὁποιασδήποτε ῾Ομολογίας ἢ θρησκείας, ἐνῶ δὲν παραλείπει νὰ ἐξηγεῖ τὴν πίστη του, δείχνοντας τὸ ποῦ σφάλλουν οἱ ἄλλοι».
Τὸ ζητούμενον ἑπομένως στοὺς Οἰκουμενικοὺς Διαλόγους δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἕνα ἐλάχιστο μέτρο ἑνότητος, ἕνας δογματικὸς-ἠθικὸς μινιμαλισμός, ὥστε ἁπλῶς νὰ συμβιώνουμε καὶ νὰ συνυπάρχουμε μὲ τὸν διαφορετικὸ πλησίον μας, ἀλλὰ ἡ ἑνότης ἐν τῇ ᾿Αληθείᾳ, ἡ «ἑνότης τῆς Πίστεως», ἡ «κοινωνία τοῦ῾Αγίου Πνεύματος».

᾿Εν κατακλεῖδι, ἡ τυχὸν υἱοθέτησις ἐκ μέρους τῶν᾿Ορθοδόξων μόνον τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ ἤθους τῆς ἀνοχῆς θὰ ἀποτελοῦσε νοθεία τοῦ ἑνωτικοῦ ὁράματος, ἄρνησι τῆς ᾿Αγάπης, καὶ καλλιέργεια ἑνὸς κλίματος, τὸ ὁποῖο «παράγει μὲ ἀκρίβεια μαθηματικὴ διάθεσι συγκρητισμοῦ».

* * *

ΑΛΛΑ, ἂς ἐπιστρέψουμε στὸ δεύτερο θεμελιῶδες στοιχεῖο τοῦ Συγκρητισμοῦ, δηλαδὴ τὴν παραθεώρησι τῶν διαφορῶν καὶ τὴν ἀνάδειξι τῶν κοινῶν σημείων,
ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ κίνδυνος εἶναι σοβαρώτερος, ὅπως μαρτυροῦν οἱ πηγές.
α. ῞Οσον ἀφορᾶ τὸν Διαχριστιανικὸ Οἰκουμενισμό, γιὰ νὰ μὴν χρονοτριβήσω μὲ τὴν ἀναδρομὴ σὲ μαρτυρίες, θὰ ἀναφέρω μόνο τὰ ἔγκυρα συμπεράσματα ἑνὸς Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ἔχει λάβει μέρος σὲ Διαλόγους.
Στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι, ἀκριβῶς μετὰ ἀπὸ ἕναν αἰῶνα ἑνωτικῶν διαδικασιῶν, διαπιστώνεται μία θεσμοθετημένη πλέον «ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀλήθεια», μία «θλιβερὴ καὶ ἐφάμαρτη ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀλήθεια» καὶ τὴν «ἑνότητα στὴν ἀλήθεια».

Πῶς ἆρά γε δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ «ἀδιαφορία»;
᾿Απὸ τὶς ἀναρίθμητες Προτεσταντικὲς ῾Ομολογίες θεωρεῖται πλέον, ὅτι δῆθεν
«μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἑνότητα μὲ διαφορετικὴ πίστη, μὲ διαφορετικὲς῾῾ἀλήθειες᾿᾿».
῾Η τραγικότης αὐτῆς τῆς νοοτροπίας ἐφάνη ἰδίως τὸ 1983, κατὰ τὴν ΣΤ´ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν» στὸ Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ.
Τότε, «οἱ δογματικοθεολογικὲς διαφορὲς ἀναγνωρίσθηκαν καὶ κατακυρώθηκαν ὡς νόμιμες, σχεδὸν θεσμοθετήθηκαν, δὲν θεωρήθηκαν ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἑνότητα».
Τεράστια εὐθύνη ὅμως ἐπιρρίπτεται καὶ στοὺς ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστάς, τῶν ὁποίων ἄλλωστε ὁμολογεῖται ἡ «ἀνετοιμότητα» καὶ ἡ «ἐνδοτικότητα» κατὰ τοὺς Διαλόγους, ἐφ᾿ ὅσον ἀποφεύγουν συστηματικὰ τὴν ἀναφορὰ στὶς διαφορὲς καὶ στὰ διαιροῦντα.
᾿Ενδεικτικὸ παράδειγμα. ῞Ενα κοινὸ ᾿Ανακοινωθὲν
– Δήλωσις (statement), τὸ ὁποῖο συντάχθηκε το 1998 ἀπὸ ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστὰς καὶ Προτεστάντας στὴν Ζάκυνθο, εἶχε θέμα: «῾Η ᾿Εκκλησία ὡς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ».
Στὸ κείμενο αὐτό, ἐνῶ «λέγονται πολλὰ ὀρθὰ καὶ ὡραῖα», τονίζονται δηλαδὴ τὰ κοινὰ σημεῖα, ὅμως δὲν ἐπισημαίνονται θέσεις πρωταρχικῆς καὶ σωτηριώδους σημασίας γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία, οἱ ὁποῖες μᾶς διαφοροποιοῦν πλήρως ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμό.
Συγκεκριμένα, ἀπουσιάζει ἡ ρητὴ δήλωσις τῶν ὀρθοδόξων, ὅτι στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας «ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος γίνονται ρεαλιστικὰ – πραγματικὰ σῶμα καὶ αἷμα Κυρίου» καὶ ὅτι ὁ πιστὸς «δὲν πιστεύει ἁπλῶς στὸν Χριστό», ἀλλὰ «μετέχει στὸ θεωμένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ», ὅταν μεταλαμβάνη.
Κάτι ἀνάλογο παρατηρεῖται καὶ στὸν Διάλογο μὲ τοὺς Παπικούς.
᾿Απὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Διαλόγου (1980) ἔχει συνταχθῆ μία σειρὰ κοινῶν κειμένων. «Στὰ κείμενα αὐτὰ πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ὅτι οἱ δύο ᾿Εκκλησίες ἔχουνε δογματικὲς διαφορές. Οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἀρνήθηκαν ἐπίμονα νὰ γραφεῖ κάτι τέτοιο καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ἄνετα τὸ δέχθηκαν»· «ἡ ἔνταση αἰώνων μεταξὺ τῶν
᾿Εκκλησιῶν καὶ ὁ παρὼν Διάλογος θέλουνε νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς μὴ ὀφειλόμενος σὲ δογματικὲς διαφορές, ἀλλὰ σὲ ψυχολογικὲς καὶ πολιτικὲς ἢ – τὸ πολὺ – σὲ διαφορὲς θεολογικῶν ῾῾σχολῶν᾿᾿»
β. ῍Ας ἔλθουμε τώρα στὸ πεδίο τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου.
Καὶ ἐδῶ παρατηρεῖται τὸ ἴδιο φαινόμενο: ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς, ὅτι δῆθεν «ὑπάρχουν συγκλίσεις μεταξὺ ὅλων τῶν θρησκειῶν», οἱ δὲ «συγκρητιστὲς βλέπουν τὰ κοινὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν οὕτως ἢ ἄλλως σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες», ἐνῶ ταυτόχρονα ὑποβαθμίζουν τὶς ἀβυσσαλέες θεολογικὲς διαφορὲς ποὺ ὑφίστανται μεταξὺ Χριστιανισμοῦ, ᾿Ιουδαϊσμοῦ, Μουσουλμανισμοῦ, ᾿Ινδουϊσμοῦ καὶ Βουδδισμοῦ.
Μάλιστα, οἱ ὀρθόδοξοι Συγκρητισταὶ θεωροῦν, ὅτι ὁ «πλανητικὸς πολιτισμός», ποὺ κυοφορεῖται στὶς ἡμέρες μας, ἐπιβάλλει δῆθεν σὲ Χριστιανοὺς καὶ Μουσουλμάνους
«τὴν στράτευση τῶν κοινῶν σὲ τελευταία ἀνάλυση ἀνθρωπιστικῶν ἰδεωδῶν μας».

* * *

ΘΑ ΚΛΕΙΣΩ στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν σύντομη ἀναφορά μου στὸν Συγκρητισμὸ μὲ ἕνα πρακτικὸ παράδειγμα, ὥστε νὰ διαπιστώσουμε μὲ ἁπλὸ τρόπο ποῦ ὁδηγούμεθα, ὅταν προβάλλουμε μονομερῶς τὰ κοινὰ σημεῖα κατὰ τὴν σύγκρισι μεταξὺ ᾿Ορθοδόξων, ᾿Αλλοδόξων καὶ ᾿Αλλοθρήσκων. «Μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ζώων ὑπάρχουν πολλὰ κοινὰ σημεῖα. ῎Εχουν τὸ ἴδιο πεπτικὸ σύστημα, τὶς ἴδιες ἀντιδράσεις τοῦ ὀργανισμοῦ,... τὸν ἴδιο τρόπο ἀναπαραγωγῆς.
Μάλιστα, ὅπως ἀπεκάλυψε ἡ σύγχρονη γενετική, τὰ ποντίκια ἔχουν [μόνο] 300 γονίδια λιγότερα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο.῞Ομως, παρὰ τὰ κοινὰ σημεῖα, ὑπάρχουν χαώδεις καὶ τεράστιες διαφορές, ποὺ φαίνονται στὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωση...
῎Αν, λοιπόν, βλέπουμε μόνον τὰ κοινὰ σημεῖα μεταξὺ ζώων καὶ ἀνθρώπων καὶ παραγνωρίζουμε τὶς διαφορές, τότε μποροῦμε νὰ καταλήξουμε στὸ ἐσφαλμένο συμπέρασμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ζῶα εἶναι τὸ ἴδιο.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο σφάλμα.
Εἶναι τὸ ἴδιο σφάλμα ποὺ δημιουργεῖ ὁ διαχριστιανικὸς καὶ διαθρησκειακὸς συγκρητισμός».

(Συνεχίζεται...)

Πηγή: ῾Η Πατερικὴ Στάσις ἔναντι τοῦ Διαθρησκειακοῦ Συγκρητισμοῦ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος καὶ ᾿Ιουδαῖοι

1 σχόλιο:

  1. "Συγκρητισμός" μπορεί να σημαίνει : Συνένωσις δυο αντιφερομένων έναντι τρίτου, αλλά από θεολογικής πλευράς ορθότερο είναι η χρήση του όρου "σύγκραση", δηλονότι συγχώνευση, σύμμειξη, εξ ού και ο όρος "θεοκρασία" (: συγχώνευση θεών και θεοτήτων).

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω