Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Η αλλαγή (του εκκλησιαστικού ημερολογίου) αιτία δημιουργίας σχίσματος

1. Αναφερθήκαμε πιο πάνω στην κατηγορία σε βάρος αυτών που έμειναν πιστοί στο Παληό ημερολόγιο, ότι έφυγαν από την Εκκλησία.
Οι υποστηρικτές του Νέου ημερολογίου, για να τεκμηριώσουν την πιο πάνω κατηγορία τους, ισχυρίζονται πως αυτό που προκάλεσε το «ημερολογιακό σχίσμα», ήταν η «διακοπή της κοινωνίας» το 1924, απ’ τους πιστούς του Παληού. Τον ισχυρισμό αυτό τον απορρίπτουν οι τελευταίοι, ως αβάσιμο και ανυπόστατο. Η αιτία, λένε αυτοί, ήταν μόνο η αίρεση του παπισμού και Οικουμενισμού, που έχει εισαχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία με την αλλαγή του ημερολογίου.


Ποιοι έχουν δίκηο;

α. Πρέπει κατ’ αρχή να εξετάσουμε το τι θεωρούν «σχίσμα» οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Την απάντηση, μας την δίνει ο Μέγας Βασίλειος. Την προσδιορίζει ως απόκλιση από την Ορθόδοξη Πίστη. Απόκλιση όμως από την Ορθόδοξη Πίστη δεν είναι μόνο το σχίσμα. Είναι και η αίρεση, και η παρασυναγωγή.

Οι μεταξύ τους διαφορές είναι οι εξής:

« Οι παλιοί (Πατέρες) άλλες αποκλίσεις (από την πίστη) τις ονόμασαν αιρέσεις, άλλες σχίσματα, και άλλες παρασυναγωγές.
Αιρέσεις ονόμασαν αυτούς που είχαν αποσχιστεί τελείως και είχαν αποξενωθεί από την ίδια την πίστη, ενώ σχίσματα (ονόμασαν) αυτούς που φιλονίκησαν μεταξύ τους για κάποιες αιτίες εκκλησιαστικές και για ζητήματα που μπορούν να διευθετηθούν. Και παρασυναγωγές (ονόμασαν) τις συγκεντρώσεις που έκαναν ανυπότακτοι πρεσβύτεροι ή επίσκοποι και αγράμματοι άνθρωποι. Για παράδειγμα, αν κάποιος αποδείχτηκε ότι αμάρτησε και αποκλείστηκε από τη λειτουργία του και δεν υπάκουσε στους κανόνες, αλλά διεκδίκησε για τον εαυτό του την προεδρία και τη λειτουργία, και μαζί του έφυγαν κάποιοι εγκαταλείποντας την καθολική εκκλησία, αυτό είναι παρασυναγωγή».

β. Στην πράξη, μερικές φορές, χρησιμοποιείται ο όρος «σχίσμα», αντί του όρου «αίρεση». Μιλάμε για «σχίσμα των Εκκλησιών», όταν αναφερόμαστε στους Λατίνους. Οι Λατίνοι όμως αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία κυρίως για λόγους αιρέσεως. Για το «Φιλιόκβε». Τότε είχαν μόνο αυτή την κακοδοξία. Αργότερα, πρόσθεσαν κι’ άλλες, αυτές, που μας χωρίζουν μέχρι σήμερα. Τέτοιες είναι οι διδασκαλίες τους για την θεία Χάρη, τα δόγματα για το «πρωτείο» και «αλάθητο» κτλ. Επομένως, όταν λέμε «σχίσμα των Εκκλησιών», δεν κυριολεκτούμε, γιατί υπάρχει και αίρεση στη μέση.

Το ίδιο συμβαίνει και με το «ημερολογιακό σχίσμα». Αναφερθήκαμε προηγουμένως, στο ότι όσοι διέκοψαν την κοινωνία με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, το έκαναν, γιατί θεώρησαν ότι υπήρχε στη μέση θέμα αίρεσης και λόγοι πίστης.

Αλλά αυτό το λένε οι πιστοί του Παληού ημερολογίου. Και έχουν κάθε λόγο,
όπως είναι φυσικό, να το λένε. Ποιός όμως θα μας βεβαιώσει, ότι πράγματι υπήρχε αίρεση και γενικότερα, λόγοι πίστεως;

2. Το αν, το 1924, υπήρχαν ή όχι, λόγοι πίστεως και μάλιστα αίρεση, που επέβαλλαν την «παύση της κοινωνίας» από τους καινοτόμους επισκόπους, αυτό είναι θέμα που αφορά κατ’ αρχήν κάθε πιστό, όχι μόνο τους πιστούς της εποχής εκείνης, αλλά και της δικής μας εποχής. Αν πράγματι υπήρχαν αυτοί οι λόγοι, τότε καλά έκαναν οι Ορθόδοξοι εκείνοι και έπαυσαν την κοινωνία με όσους άλλαξαν το ημερολόγιο. Ο κάθε πιστός επομένως, και τότε και τώρα, και πάντοτε, είναι υποχρεωμένος να εξετάζει, αν ο επίσκοπός του είναι ορθόδοξος, ή αν έχει «κοινωνία» με αιρετικούς, όπως λέει ο Γεννάδιος Σχολάριος !

Η παύση όμως αυτής της «κοινωνίας» δεν αποτελεί «σχίσμα».

Το θέμα όμως, αν το 1924 υπήρχαν πράγματι λόγοι πίστεως, και μάλιστα αιρέσεως, δεν αφορά μόνο τον κάθε πιστό. Αφορά κατ’ εξοχήν την Εκκλησία, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας». Κεφαλή της είναι ο Χριστός. Η Εκκλησία είναι του Θεού. Ο Θεός αποκάλυψε στον κόσμο την αληθινή πίστη μας. Ο Θεός όμως δεν χρειάζεται να ρωτήσει κανένα, αν υπήρχε το 1924 αίρεση. Το γνωρίζει μόνος Του. Και πληροφορεί γι’ αυτό, με τους αγίους Του, την Εκκλησία. Οι άγιοι, και προπαντός οι Πατέρες, είναι το «στόμα» του Θεού!

Επομένως το θέμα, αν υπήρχαν το 1924 λόγοι πίστεως, και μάλιστα αίρεση, για την « παύση της κοινωνίας», έχει δύο όψεις.

Η πρώτη εστιάζεται στο πως ο κάθε πιστός θα πεισθεί και γιατί πρέπει να πεισθεί, ότι το 1924 υπήρχαν λόγοι πίστεως, που επέβαλαν την «παύση της κοινωνίας». Η δεύτερη εστιάζεται στο τι μαρτυρίες έχει η Εκκλησία απ’ την αποκάλυψη του Θεού, για τις συνέπειες της αποκλίσεως των ανθρώπων, και προπαντός των επισκόπων από την αληθινή πίστη. Και οι δύο περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Τις εξετάζουμε στη συνέχεια.


 Πως θα πεισθεί ένας πιστός, ότι το 1924 υπήρχαν λόγοι πίστεως.

1. Είναι δυνατόν ένας πιστός να γνωρίζει, αν ο επίσκοπός του είναι αιρετικός;

α. Βεβαίως, είναι! Έχει δικαίωμα και υποχρέωση γι’ αυτό. Ο κάθε Ορθόδοξος είναι μέλος του σώματος της Εκκλησίας, που κατά τους πατριάρχες της Ανατολής του 1848, είναι υπερασπιστής της. Ο Απ. Παύλος παραγγέλλει στους Γαλάτες

«αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν πάρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω».

Αυτό σημαίνει, ότι ο κάθε πιστός οφείλει να εξετάζει, αν όσα διδάσκουν οι ποιμένες του είναι ορθόδοξα. Όσοι κηρύττουν κακοδοξίες, αυτούς ο Απ. Παύλος τους αναθεματίζει. Τους αποκόπτει δηλαδή απ’ την Εκκλησία. Και η Εκκλησία με τη σειρά της αναθεματίζει, όσους δεν αναθεματίζουν αυτούς, που η ίδια αναθεματίζει!

β. Για να μπορέσει όμως ένας πιστός να κρίνει, αν ο επίσκοπός του είναι Ορθόδοξος, ή όχι, πρέπει όχι μόνο ο ίδιος να γνωρίζει την Ορθόδοξη πίστη, αλλά να διαθέτει και την κοινή λογική.

Το πρώτο είναι αυτονόητο. Γιατί, όποιος δεν γνωρίζει την ορθή πίστη, πως θα κρίνει αν κάτι που λέει ο επίσκοπός του είναι ορθό, ή όχι.

Σήμερα όλοι οι άνθρωποι δεν διαθέτουμε την κοινή λογική, τουλάχιστον για θέματα της σωτηρίας μας. Συνήθως εξαντλούμε τα αποθέματα της για το πως θα «κερδίσουμε τον κόσμο όλο» και όχι για το πως «δεν θα ζημιωθούμε στη ψυχή μας».

Όσοι, χρησιμοποιούν την κοινή λογική για τη σωτηρία τους και «κατεργάζονται μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν», αντιλαμβάνονται, ότι η ημερολογιακή μεταβολή το 1924 εντάσσεται στα πλαίσια διείσδυσης του Παπισμού και του Οικουμενισμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία!

γ. Επειδή όμως δεν υπάρχει πάντοτε η κοινή λογική, γι’ αυτό χρειάζεται μια τρίτη γνώμη, υπεύθυνη και αντικειμενική.

Θα χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε, ότι κάποιος μας έχει αφαιρέσει ένα πράγμα. Από τα αποδεικτικά στοιχεία, που συγκεντρώσαμε, είμαστε βέβαιοι ποιός είναι ο δράστης. Όμως, αν δεν έχουμε απόφαση δικαστηρίου, που να αποφαίνεται, δεν μπορούμε να αποκαλούμε τον δράστη, «κλέφτη»! Χρειάζεται να καταθέσουμε κάποια αγωγή ή μήνυση και ν’ αναμείνουμε την απόφαση του δικαστηρίου.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους κακοδόξους επισκόπους.

Η «διακοπή της κοινωνίας» από τον επίσκοπό τους, στην οποία προέβησαν όσοι έμειναν πιστοί στο Παληό ημερολόγιο το 1924, επέχει θέση αγωγής, ή μηνύσεως. Γι’ αυτή, πρέπει κανονικά ν’ αποφανθεί το δικαστήριο, δηλ. η Σύνοδος των Επισκόπων!

δ. Το 1924, μετά την «διακοπή της κοινωνίας» από τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, δυστυχώς, δεν συγκλήθηκε καμία Σύνοδος. Έτσι, κανένα επίσημο όργανο δεν αποφάνθηκε, αν οι κατηγορίες των ανθρώπων αυτών που διέκοψαν την «κοινωνία», ήταν αληθινές. Είχε μάλιστα εκφραστεί τότε η επιθυμία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φωτίου, να συγκαλέσει μια τέτοια Σύνοδο, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των Πατριαρχείων Αντιόχειας και Ιεροσολύμων. Όμως, η προσπάθεια αυτή τελικά δεν τελεσφόρησε. Ίσως, γιατί οι Εκκλησίες αυτές, μολονότι δεν διέκοψαν την κοινωνία με τους καινοτόμους επισκόπους, είχαν ταχθεί κατά της αλλαγής του ημερολογίου. Προφανώς, αυτό φόβισε όσους επέβαλαν την αλλαγή του ημερολογίου και γι’ αυτό μάλλον ματαιώθηκε η σύγκλισή της!

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κ. ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΥ, Παληό και Νέο ημερολόγιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω