Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Πρὸς μία πλήρη ἐκκλησιαστικὴ δικτατορία

Γράφει ο ΝΕΜΕΣΙΟΣ

Οἱ ἀναμεταδότες τῆς οἰκουμενιστικῆς προπαγάνδας στὴν Πατρίδα μας, συσπειρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὴν «Μεγά­λην Ἐκκλησίαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ», αἰχμαλωσία στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκου­μενι­σμοῦ, σὰν γύρω ἀπὸ ἕνα ὁρατὸ σημεῖο ἑνότητας συγκρητιστικῆς στὸ ψεῦδος τοῦ θεολογικοῦ σχετικισμοῦ, παροτρύνουν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκ­κλησίας σὲ συμπόρευση μὲ μία νέα ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση. Ἡ κατάσταση αὐτὴ προέκυψε ἀπὸ τὴ μετοχέτευση τῆς νεο-ταξικῆς νοο­τροπίας στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστᾷ μία ἰδιότυπη ἐκκλησιαστικὴ δικτατορία. Σὲ αὐτὴν ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι τυφλή, ἀλλὰ μονόφθαλμη. Ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζεις τοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ ὄχι νὰ ἀμφισβητεῖς τοὺς Οἰκουμενιστὲς Προκαθημένους. Ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφισβητεῖς τὴν Συνο­δικότητα καὶ νὰ προτάσσεις τὸ Πρωτεῖο χάριν ἑνὸς Παπισμοῦ δυτικοῦ ἢ φαναριοκεντρικοῦ,ἀλλὰ ὅπου οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι πλειοψηφία, ὀ­φείλεις νὰ εἶσαι «μὲ τὴ Σύνοδο» καὶ ὄχι μὲ μεμονωμένους ἀντι-οικουμε­νιστὲς Ἐπισκόπους.

Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐπέμ­βασης σὲ γειτονικὴ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία (π.χ. ὁ Οἰκουμενικὸς Πατρι­άρχης στὴν Ἑλλάδα) ἀλλὰ οἱ ἀντι-οικουμενιστὲς δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συνδράμουν διακριτικὰ τοὺς ἀντι-οικουμενιστὲς τῆς γείτονος χώρας (π.χ. ὁ Πειραιῶς τοὺς τῆς Κύπρου ἢ τὸν Κοσσυφοπεδίου). Ἂν ἕνας οἰκου­μενιστὴς κληρικὸς ἔχει «κραυγαλέα κουσούρια» -λέγε «προσωπικὰ δεδο­μένα»- καλύπτεται, ἐνῷ ἕνας ἀντι-οικουμενιστὴς σεμνὸς κληρικὸς γίνεται βορᾶ τῶν λασπολόγων τῆς φαναριωτικῆς καὶ λοιπῆς οἰκουμενιστικῆς φε­ρε-φωνίας. Ἂν μιά τοπικὴ Ἐκκλησία ἀφίσταται τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (π.χ. Γεωργία, Βουλγαρία) ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς τὰ πάνδεινα· ἂν ὅμως μία ἄλλη ἔχει de facto ἑνωθεῖ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς (ὅπως τὸ Πατριαρ­χεῖο Ἀντιοχείας) εἶναι … πλῆρες καὶ ἰσότιμο μέλος τῆς -κατὰ τοὺς Οἰκου­μενιστὲς- Ἐκκλησίας.

Ἀρχαῖοι ἱεροὶ Κανόνες ποὺ ρυθμίζουν τὶς σχέσεις μὲ τοὺς αἱρετικοὺς παραβλέπονται καὶ καταπατοῦνται κατὰ συρροή, ἐνῷ οἱ σχετικοὶ μὲ τὶς δικαιοδοσίες τηροῦνται σὰν τὸ Εὐαγγέλιο, μολονότι «εἴωθε τὰ ἐκκλησια­στικὰ πράγματα συμμεταβάλλεσθαι τοῖς πολιτικοῖς». Στὸ ὄνομα ἑνὸς προτεσταντίζοντος λαϊκισμοῦ οἱ Οἰκουμενιστὲς ἐπιτηδεύουν ριζικὴ ἀλ­λοίωση ὅλης τῆς Παράδοσης, ἀλλὰ ὅταν δοῦν ὀργανωμένη ἀντίδραση ἀ­πὸ τοὺς λαϊκούς, τοὺς περιθωριοποιοῦν ὡς φανατικοὺς χρησιμοποιών­τας κληρικαλιστικὰ τὴν αὐθεντία τους.Πρόθυμα χρησιμοποιοῦν μονα­χοὺς γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν οἰκουμενιστικῶν μεθοδεύσεών τους, ἀλλὰ ὅταν δέχονται ἐπικρίσεις ἀπὸ Μοναχοὺς γιὰ τὴν προδοσία τῆς Ὀρθοδο­ξίας, τοὺς συνιστοῦν «νὰ τὸ βουλώσουν» καὶ νὰ κάνουν… κομποσχοίνι ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας (!).

Ἀποστρέφονται τοὺς ζηλωτὲς τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, διότι ἐνδέχεται «νὰ δημιουργηθεῖ σύγχυση» ἐφ᾽ ὅσον οἱ ζηλωτὲς εἶναι… «ἐνδεδυμένοι Ὀρθόδοξοι» (!) – παρὰ ταῦτα συγχρωτίζον­ται οἱ Οἰκουμενι­στὲς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ γελοιο­ποιοῦνται δίνοντας τὴν ἐντύπωση παγκοσμίως ὅτι εἶναι Οὐνῖτες. Ἂν βροῦν ἕνα σημεῖο τῆς πατερικῆς θεολογίας τῶν Ἁγίων ποὺ νομίζουν ὅτι εὐνοεῖ τὸν Οἰκουμενι­σμό τους, τὸ κάνουν «παντιέρα», ἐνῷ τοὺς σύγχρονους ἀντι-οἰκουμενιστὲς θεολόγους τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ χώρου τοὺς περιφρονοῦν ὡς μειοψηφία, πα­ρὰ τὴν βαρύτητα καὶ ἔκταση τῆς σχετικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον κάθε συγκρητισμοῦ, πάνω στὴν ὁποία οἱ ἀντι-οἰκουμενιστὲς βασίζονται.

Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἔχουν «ἐμπαθῆ προσκόλληση» στὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς (μαντέψτε γιατί…) καὶ παραβλέπουν ἄλλες ἀρετές, τῆς ἀνδρείας, τῆς ὁμολογίας, τῆς ἀ-φιλοδοξίας, τῆς ἀμνησικακίας, τῆς νηστείας κ.ἄ. Πιστεύουν ὅτι «ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δρᾷ σέ κάθε θρησκεία καὶ θὰ σώσει κάθε ἄνθρωπο», ἀλλὰ δὲν πιστεύουν ὅτι θὰ τοὺς βοηθήσει νὰ διατηρή­σουν τὴν Ἀλήθεια ἀνόθευτη ἐνώπιον κάθε κινδύνου, μολονότι ὁ Κύριος τὸ ὑποσχέθηκε.

«Ζηλοῦντες» (;) τὴν κατάσταση τῶν Φαρισαίων, ἀφ᾽ ἑνός«οἰκοδομοῦν τοὺς τάφους τῶν Προφητῶν καὶ κοσμοῦν τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων», τῶν Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἱεραρχῶν ἐκείνων, ὅσοι ὁμολόγησαν κατὰ τοῦ παπισμοῦ ἢ καὶ μαρτύρησαν ἀπὸ τοὺς παπικούς· ταυτόχρονα, ἀνακηρύσσουν τὸν παπισμὸ «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» καὶ τὸν Πάπα «Ἀδελφὸν Ἁγιώτατον Ἐπίσκοπον Ρώμης» καὶ ἔτσι, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μαρτυροῦν «ἑαυτοῖς ὅτι ἀδελφοί εἰσι τῶν φονευσάντων τοὺς Προφήτας» (Ματθ. 23, 29.31), τοὺς Ὁμολογητές, Μάρτυρες καὶ Ἱεράρχες, ὅτι εἶναι ἀδελφοὶ τῶν Καρδιναλίων, τῶν Σταυροφόρων καὶ τῶν παπικῶν, νεο-Σταυροφόρων καὶ νεο-ναζί, τῶν Οὐστάσι! Ποιοί; Ἀκόμη κι ἐκεῖνοι οἱ Οἰκουμενιστὲς (ὅπως ὁ Σεβασμιώτατος Ἀθανάσιος Γιέβτιτς), οἱ ὁποῖοι ἐπόπτευαν πνευματικὰ τὰ σερβικὰ στρατεύματα στὴν ἄμυνά τους κατὰ τῶν παπικῶν καὶ μουσουλμάνων στὴ Βοσνία καὶ ἀλλοῦ καὶ τοὺς βλέπαμε νὰ ἀτενίζουν περίλυποι τὶς σοροὺς Σέρβων ἐθνομαρτύρων καὶ τὰ ἐρείπια τῶν Σερβικῶν Ναῶν, ἔργα τῶν χειρῶν τοῦ Βατικανοῦ!
Τί θά κάνουμε λοιπόν; Ἡ φωνὴ τῆς ἀποστασίας «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» μᾶς καλεῖ σὲ συντονισμὸ μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ «Φερεφωνία» δυνάμει μιᾶς «νέας θεολογίας», «νέας ἐκκλησιολογίας» καὶ «νέας Ὀρθοδοξίας». Τῆς νεωτεροποιΐας οἱ ἐξωραϊστές, «décorateur», θεολόγοι διαπλεκόμενοι μὲ δημοσιογράφους εἶναι τὰ φερέφωνα τῆς ἐκκλησια­στικῆς «Νέας Τάξεως Πραγμάτων». Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ ἀντιστα­θοῦμε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ
1. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης κ. Ἐλπιδοφόρος Λαμπρινιάδης, Ἀρχιγραμματέας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, σὲ κείμενό του («Ἐπίσκεψις» 698 [31-3-2009]) ἀρνεῖται τὴν ἀνωτερότητα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ προκρίνει τὸ Πρωτεῖο: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινὸς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνὸς πρωτείου τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ἐνσαρκώσει παρὰ κάποιος Πρῶτος – τουτέστι κάποιος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ προνόμιο νὰ εἶναι ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων- συνιστᾷ αἵρεση. Εἶναι ἀπαράδεκτο αὐτὸ ποὺ συνήθως λέγεται, ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων διασφαλίζεται εἴτε ὑπὸ μιᾶς κοινῆς πίστεως καὶ λατρείας εἴτε ὑπὸ τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ οἱ δύο αὐτοὶ παράγοντες εἶναι ἀπρόσωποι [...]. Ἑπομένως, ἐπὶ πανορθοδόξου ἐπιπέδου ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητας δὲν μπορεῖ νὰ στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς ἰδέας ἢ ἑνὸς θεσμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πρόσωπο, ἂν βέβαια θέλουμε νὰ παραμείνουμε συνεπεῖς στὴ θεολογία μας».
2. Βλ. τὴν κατατοπιστικὴ μελέτη μὲ τίτλο «Ἐπιτρέπεται οἱ λαϊκοὶ νὰ ἀναμειγνύονται στὰ θέματα τῆς Πίστεως;», στὸ www.impantokratoros.gr/ D319EC1A.el.aspx
3. «Ἐάν Ἐπίσκοπος ἀμελὴς γένηται κατὰ τῶν αἱρετικῶν, ὑπο­μνησθείη ὑπὸ τῶν γειτνιώντων Ἐπισκόπων ἐπιμελῶν». Καὶ ἐὰν δὲν διορθωθῆ, δηλαδὴ ἂν «μὴ τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὴν καθολικὴν ἑνότητα ἐπιστραφῆναι τὴν φροντίδα ποιήσηται, τῷ τοιούτῳ μὴ συγκοινωνηθῇ, ἕως οὗ τοῦτο πληρώ­σῃ». Αγιου Νικοδημου, Πηδάλιον,ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1990, σελ. 534.
4. Βλ. τὴ σχετικὴ μελέτη «Οἱ Οἰκουμενιστὲς θέτουν ὄντως ἑαυτοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας»,Θεοδρομία ΙΑ3 [Ἰούλιος - Σεπτέμβριος 2009] 373-392, ὅπου παρατίθενται οἱ πολὺ χαρακτηριστικὲς φράσεις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ «Ὅσοι δὲν εἶναι τῆς ἀληθείας δὲν εἶναι οὔτε τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου 3) καὶ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου «ἐὰν κάποιος δογματίζῃ ἢ μᾶς προστάσσῃ νὰ κάνωμε κάτι ἀντιθέτως ἀπ᾽ ὅ,τι παρελάβομεν [...] οὔτε νὰ τὸν ὑπολογίζωμε μεταξὺ τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων» (PG 99, 988).
5. Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις. Μτφρ. Δ. Γ. Τσάμη, ἐκδ. Πουρ­ναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 73. «Αἱ ἱστορικαὶ καὶ πρακτικαὶ μέθοδοι ἀναγνωρίσεως μιᾶς ἱερᾶς καὶ καθο­λικῆς Παραδόσεως ἠμποροῦν νὰ εἶναι πολλαί. Ἡ σύγκλησις οἰκου­μενικῶν συνόδων εἶναι μία μέθοδος, ὄχι ὅμως καὶ ἡ μόνη. [...] Καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἡ ἀλήθεια ἠμπορεῖ νὰ ἀποκαλυφθῆ καὶ ἄνευ συνό­δου. Αἱ γνῶμαι τῶν Πατέρων καὶ τῶν οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκ­κλησίας ἔχουν συχνὰ μεγαλυτέραν πνευματικὴν ἀξίαν καὶ κατηγορημα­τικότητα ἀπὸ ὅ,τι οἱ ὁρισμοὶ ὡρισμένων συνόδων. Αὐταὶ δὲ αἱ γνῶμαι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβεβαιωθοῦν καὶ νὰ γίνουν ἀποδεκταὶ μέ «οἰκου­μενικὴν συγκατάθεσιν». Τοὐναντίον αὐταὶ μόναι των ἀποτελοῦν τὸ κρι­τήριον καὶ αὐταὶ δύνανται νὰ τὸ ἀποδείξουν. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς μαρ­τυρεῖ ἡ Ἐκκλησία διὰ σιωπηλῆς «receptio». Ἀποφασιστικὴν ἀξίαν ἔχει ἡ ἐσωτερικὴ καθολικότης, ὄχι ἡ ἐμπειρικὴ οἰκουμενικότης».
6. Αἵρεση εἶναι καὶ ἡ παραμικρὴ ἀπόκλιση ἀπὸ τὰ παραδεδομένα δόγματα. Βλ. σχετικὴ μελέτη στὸ www.impantokratoros.gr/tieinai-airesi.el. aspx, ἰδιαίτερα ὁλόκληρη τὴν παράγραφο 4, ὑποπαράγραφο 2 καὶ τὶς ὑποσημειώσεις 31 καὶ 32.
7. Μητροπολιτησ Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου Ιεροθεοσ, «Ὁ Οἰκουμενι­σμὸς στὴν πράξη ἤτοι τὴν θεολογία καὶ τὴν ἄσκηση», ἐν Οἰκουμενισμός. Γένεση – Προσδοκίες – Διαψεύσεις (Πρακτικά), τόμ. Β΄, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 791-806.
8. Ἴσως γι᾽ αὐτό, καὶ μέσα στὸ εὐρύτερο κλίμα «οἰκουμενικοῦ» ἐνθου­σιασμοῦ τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽60, ὁ Καθηγητὴς Καρμίρης ἀπέφυγε νὰ χαρακτηρίσει αἱρετικοὺς τοὺς παπικούς. Βλ. ΘΗΕ 1, στ. 1088: «Ἀπόκειται δὲ μελλούσῃ τινί Πανορθοδόξῳ Συνόδῳ, ὅπως καθο­ρίσῃ αὐθεντικῶς, τίνες δέον νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς νεώτεραι αἱρέσεις ἐκ τῶν πολυαρίθμων καὶ ποικιλωνύμων ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων τῆς Δύ­σεως, τῶν ἀπεσχισμένων ἀπὸ τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολι­κῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων καὶ περὶ καίρια δόγματα πρὸς αὐτὴν διαφωνουσῶν».

Από Αποτείχιση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω