Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ

(Παραδείγματα ἀπὸ βιβλίο τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)

του Θεολόγου κ. Παν. ΣΗΜΑΤΗ

Πρὶν πέντε περίπου χρόνια ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐξέδωσε ἕνα ἀξιόλογο βιβλίο μὲ τίτλο: «Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας», μὲ πρόλογο τοῦ Καθηγουμένου π. Γεωργίου Καψάνη.

Στὶς σελίδες αὐτοῦ τοῦ βιβλίου βρίσκει κανεὶς τὴν ἱστορία ἁγίων μοναχῶν, ποὺ ὑβρίστηκαν, ἐξορίστηκαν, βασανίστηκαν καὶ θανατώθηκαν, ἐπειδὴ ὑπερασπίστηκαν τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἑτερόδοξους, μὰ καὶ ἀπὸ τοὺς “ὀρθόδοξους” μέν, φιλο-αἱρετικοὺς δέ!

Ὅσοι ἔχουν τὴν πνευματικὴ διάκριση ἂς ἐκτιμήσουν πόσο παράλληλοι εἶναι οἱ καιροί∙ ἂς παραλληλίσουν συγκεκριμένα πρόσωπα καὶ καταστάσεις, ἂν μάλιστα εἶναι γνῶστες κάποιων σύγχρονων πιέσεων καὶ διώξεων, ποὺ προδικάζουν τί πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσει. Τότε θὰ δοῦν πὼς οἱ ὁμοιότητες εἶναι ὑπαρκτὲς καὶ ψηλαφήσιμες.

Ἐλπίζουμε ὅτι στὴν Ἡμερίδα ποὺ θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸ «Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας», κυρίως οἱ εἰσηγητὲς π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, θὰ θέσουν τὸν δάκτυλο ἐπὶ τῶν «τύπον τῶν ἥλων», ὅπως φαίνεται ἀπὸ τοὺς τίτλους τῶν εἰσηγήσεών τους: «Πατερικὴ Θεολογία καὶ μεταπατερικὴ αἵρεση» (ὁ π. Γεώργιος) καὶ «Ἀπὸ τὴν Πατερικότητα στὴν “μεταπατερικότητα”. Ἡ αὐτοαναίρεση τῆς Ὀρθοδόξου ἡγεσίας» (ὁ π. Θεόδωρος).

Μὲ σκοπὸ νὰ βοηθηθοῦμε στὴν συνειδητοποίηση τῆς νέας καταστάσεως ποὺ διαμορφώνεται, ἐπελέγησαν κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ θαυμάσιο καὶ ἐπίκαιρο αὐτὸ βιβλίο τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου, μὲ τὴν ἐπισήμανση, πὼς δυστυχῶς, ἡ θεωρητικὴ ὁμολογία πίστεως ποὺ μὲ τὸ βιβλίο τῆς ὡς ἄνω Ἱ. Μονῆς κατατίθεται, δὲν ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη μίμηση τῶν θεάρεστων παραδειγμάτων ποὺ μᾶς παρουσιάζουν. Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν καταγγελία τῶν σύγχρονων καινοτόμων, εἴτε τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, εἴτε τῶν μεταφραστικῶν πειραμάτων, εἴτε –εὐρύτερα– τῶν ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἔγραφε στὸν ἱερομόναχο Θεοφάνη μετὰ τὴν ψευδένωση στὴ Φερράρα: «Ὅμως ὁ ἀγὼν δὲν εἶναι πλέον στὰ λόγια, ἀλλὰ στὰ ἔργα. Οὔτε εἶναι καιρὸς γιὰ ρητὰ καὶ ἔγγραφες ἀποδείξεις (τί θὰ ὠφελοῦσαν ἄλλωστε σὲ τέτοιους διεφθαρμένους κριτές;) Ἀντιθέτως ὅσοι ἀγαποῦν τὸ Θεό, πρέπει νὰ ἔχουν ἑτοιμασθῆ νὰ πολεμήσουν μαζί τους στὰ ἔργα. Ἐπίσης, νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποφέρουν κάθε κίνδυνο γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ γιὰ τὸν ἀγῶνα νὰ μὴ μολυνθοῦν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς ἀσεβεῖς». (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν…, ὅπ. παρ., σελ. 297).

Ὁ ἅγ. Θεόδ. ὁ Στουδίτης «ὡς ἀκριβὴς τηρητὴς τῶν ἱ. Κανόνων… ἀπέφευγε μέχρι θανάτου τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων. Πίστευε καὶ ἐκήρυττε, ὅτι ἡ μνημόνευση καὶ μόνο τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου ἀποτελεῖ “μολυσμὸν” καὶ στερεῖ τὴν Ὀρθοδοξία σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν μνημονεύει, ἐνῶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μᾶς χωρίζει παντελῶς ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐπίσης ὅτι, κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομο, ὄχι μόνο οἱ αἱρετικοί, ἀλλὰ καὶ ὅσοι κοινωνοῦν μαζί τους εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ, κατὰ τὸν μ. Ἀθανάσιο, πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε ὄχι μόνο τοὺς πρώτους, ἀλλὰ καὶ τοὺς δεύτερους» (ὅπ. παρ., σελ. 193).

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰῶνα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς μοναχοί, ἐπίσκοποι καὶ ἄλλοι πιστοὶ ἐβασανίζοντο στὴν Κύπρο ἀπὸ τοὺς Λατίνους, ἐστάλη ἀντιπροσωπεία στὸν Πατριάρχη Κων/λεως Γερμανό, παρακαλώντας τὴ Σύνοδο νὰ ἐπέμβει. Ἡ ἀντιπροσωπεία ἀπεκάλυπτε τὴν πονηρία τῶν Λατίνων. Γράφουν:

«Ἀπαιτοῦν νὰ τοὺς δίνουμε τὰ χέρια μας (ὡς ἔνδειξι ὑποταγῆς) καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀθῶο καὶ ἄμεμπτο. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ προδοσία τῆς… πίστεως καὶ καθοδήγησις γιὰ νὰ ὑποταχθοῦμε στὴν Ἐκκλησία τους…

»Παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ μὲ σαφήνεια στὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις σας καὶ τὸ ἑξῆς: Νὰ μὴ δίνουν οἱ Κύπριοι τὰ χέρια τους στοὺς Ἰταλούς, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἔχῃ παραλειφθῆ νὰ ἀναφερθῇ στοὺς ἱεροὺς κανόνες. Διότι ἐὰν γίνῃ ἔτσι, ὑπάρχει προφανὴς κίνδυνος νὰ καταπέσῃ ἀμέσως ἡ…οἰκοδομή». Τὸ ἀποτέλεσμα, αὐτῆς τῆς προσφυγῆς τῶν μοναχῶν, ἦταν ἡ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Γερμανοῦ Σύνοδος νὰ συστήσει στοὺς Κυπρίους ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως «νὰ ἀπορρίψουν ἀπροκάλυπτα τὴν διὰ χειραψίας ὑποταγή…» (ὅπ. παρ., σελ. 223).

Σήμερα ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καὶ οἱ περὶ αὐτόν, ὄχι μόνο χειραψίες, ἀλλὰ καὶ ἀσπασμούς, καὶ συμπροσευχές, καὶ «ἀτελῆ» συλλείτουργα τελοῦν μετὰ τοῦ Πάπα, καὶ προάγουν τὴν μεταπατερικὴ θεολογία μὲ πρωτεργάτη τὸν μητροπολίτη Περγάμου, τὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία Βόλου καὶ ὅσους συνεργάζονται μαζί της, μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Πατριάρχη καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἑλλάδος.

Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ (1229) διαβάζουμε: «Ὅσοι κληρικοὶ ἀποδέχονται τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ κρατήσουν τὴν πατροπαράδοτη πίστι, νὰ μὴ ὑποκύψουν στοὺς ἀρχιερεῖς τους ποὺ ὑποτάχθηκαν στοὺς Λατίνους. Οὔτε νὰ ὑπακούσουν ἔστω καὶ γιὰ λίγο σ’ αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ ἐπίσκοποι θὰ τοὺς ἀφορίσουν μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πεισθοῦν στὴν λατινικὴ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ἕνας τέτοιος ἀφορισμὸς εἶναι ἄκυρος καὶ ἐπιστρέφει μᾶλλον σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πράττουν. Καὶ τοῦτο διότι ἔχουν γίνει πρόξενοι σκανδάλου στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατεπάτησαν τὴν ἀκρίβεια τῶν ἱ. Κανόνων καὶ δέχτηκαν τοὺς …ἀλλοτριοεπισκόπους καὶ τοὺς ἔδωσαν τὰ χέρια, τὸ ὁποῖο εἶναι σημεῖο εὐπειθείας καὶ ὑποδουλώσεως…

»Ἐσεῖς δὲ περιούσιε λαὲ τοῦ Χριστοῦ, στερεωθεῖτε στὴν πίστη, …μὴ προδίδετε κανένα ἀπὸ τὰ ὀρθὰ δόγματα τὰ ὁποῖα ἔχετε λάβει ἀπὸ παλαιά. Νὰ θεωρῆται χαρὰ καὶ κέρδος κάθε βιοτικὴ θλίψι καὶ κάθε ζημία, προκειμένου νὰ διαφυλαχθῇ μέσα σας ἀπαραβίαστος ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» (ὅπ. παρ., σελ. 224).

«Ὅσοι ὅμως δικαιολογοῦν τοὺς Κυπρίους (οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναγνωρίσει τὸν πάπα καὶ ζητοῦσαν νὰ ἑνωθοῦν καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κων/λεως), προβάλλουν σὰν ἀδύναμη βοήθεια τό…ἐπιχείρημα: “Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀποστρέφεται ἕνα ἁμαρτωλὸ ποὺ προσέρχεται σ’ Αὐτόν…, πῶς ἐμεῖς θὰ ἐγκαταλείψουμε τόσες πολλὲς μυριάδες χριστιανῶν, ποὺ προσέρχονται στὴν Ἐκκλησία;… Ἐὰν λοιπὸν προβάλλουν (αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα) θὰ τοὺς ἀπαντοῦσε ἀμέσως ἡ ἴδια ἡ δικαιοσύνη: Ὁ Θεὸς δέχεται μόνο αὐτὸν ποὺ μετανοεῖ”» (ὅπ. παρ., σελ. 268).

Ἀργότερα -τὸν 14ο αἰ., ὁ “ὀρθόδοξος” πατριάρχης Καλέκας «ἐνέκλεισε τὸν Ἅγιο (Γρηγόριο Παλαμᾶ) στὴν φυλακὴ τῶν ἀνακτόρων “ὡς κακοῦργο”... Τὸ 1344, ὁ ἀδίστακτος Καλέκας ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ἀναθεματίσῃ τὸν Μέγα Γρηγόριο (Παλαμᾶ)… Τὸν ἀναθεματισμὸ ὑπέγραψαν πολλοὶ (σ.σ. “ὀρθόδοξοι” κατὰ τὰ “ἄλλα”) ἐπίσκοποι…» (ὅπ. παρ., σελ. 267).

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος θεωρεῖ τὸν πατριάρχη Καλέκα ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ ὅσα ἔχει κάνει. Ἔτσι –γράφει– «ὅποιος εἶναι ἀποχωρισμένος ἀπὸ τὸν Καλέκα, τότε ἀνήκει πράγματι στὸν κατάλογο τῶν Χριστιανῶν καὶ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Θεό κατὰ τὴν εὐσεβῆ πίστι» [Ἀναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα, 29, Ε.Π.Ε., τομ., 3ος, σελ. 692] (ὅπ. παρ., σελ. 268).

Ὅταν ὁ “ὀρθόδοξος” πατριάρχης Καλέκας ἀφόρισε τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ὁμόφρονές του (1344), ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ (συγκαταλεγόταν καὶ αὐτὸς στοὺς διωχθέντας) ἔγραφε: «Ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία» ποὺ μᾶς «ἔχει ἀποδιώξει; Ἡ τῶν Ἀποστόλων; Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε ὑποστηρικταί της καὶ συμφωνοῦμε μαζί της… Ἑπομένως δὲν μᾶς ἔχει ἀποβάλει ἡ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία…ἀλλὰ ἡ καινοφανὴς Ἐκκλησία καὶ τὰ παράδοξα δόγματα ποὺ αὐτός (ὁ Καλέκας) συνέστησε… Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγινες ἐργαστήριον κάθε ψεύδους, κάθε συκοφαντίας, ὁποιουδήποτε φαύλου πράγματος,… πλεονεξίας, ἱεροσυλίας,… ἔπειτα “χειροτονεῖς” καὶ τὸν ἑαυτό σου Ἐκκλησία… Γιατί εἴσαστε Ἐκκλησία; Ἀπὸ τὸ ὅτι δωροδοκεῖς; Ἀπὸ τὸ ὅτι ἐξαγοράζεις τὶς δίκες; Ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν κάνεις διάκριση μεταξὺ τῶν ἀνιέρων καὶ τῶν ἁγίων; Ἀπὸ ὅτι ἐπιτρέπεις τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ σὲ ὅλους τοὺς μολυσμένους καὶ βέβηλους;… Ἀπὸ τὸ ὅτι πωλεῖς τὴν χάρι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος;…

»Ἄλλοτε πάλι χαρακτηρίζει τὴν ψευδοεκκλησία τοῦ Καλέκα “σφαλερὰν καὶ πόρω Θεοῦ βάλλουσαν”. Κατὰ συνέπεια ὁ πατριάρχης “δεῖ ὑποταγῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἧς πρὸ ὀλίγου ἀφηνίασεν ἀποσκιρτήσας”. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ συνιστοῦσε: “Ἀποκοπτέον ἡμᾶς τῆς ἐκείνου κοινωνίας”. Προσέθετε δὲ ὅτι χρειάζονται πηγὲς δακρύων γιὰ νὰ κλαύσῃ κανεὶς τὸ “σύντριμμα” τῆς Ἐκκλησίας… καὶ τὴν καινοτομία τῆς πίστεως» (ὅπ. παρ., σελ. 274-275).

Ὁ ἱερὸς Νικηφόρος Κάλλιστος ἔγραφε: Ὅταν «πίστεως συμβαίη γίνεσθαι τὴν διαφοράν, οὐ μόνον πατέρες πρὸς παίδας καὶ ἔμπαλιν (ἀντίστροφα), ἀλλὰ καὶ γυνὴ πρὸς τὸν ἴδιον γαμέτην, καὶ ἀνὴρ πρὸς τὴν γαμετὴν διαστασιάζουσιν (ἐπαναστατοῦν)» (ὅπ. παρ., σελ. 276).

«Οἱ ἀνθενωτικοὶ ἀπεδοκίμασαν τὴν ἕνωσι…καὶ ἀποσχίσθησαν ἀπὸ τὸν πατριάρχη Βέκκο καὶ τοὺς ὁμόφρονές του. Τοὺς κατηγοροῦσαν ὅτι ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης καὶ ὅτι τελοῦσαν ἄκυρα μυστήρια. Αὐτὸ ἦταν σύμφωνο μὲ τοὺς κανόνες α΄ καὶ β΄ τῆς Γ΄ οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι’ αὐτὸ προέτρεπαν τοὺς πιστοὺς νὰ μὴ ἐκκλησιάζονται μὲ τὸν πατριάρχη καὶ τοὺς ἑνωτικοὺς κληρικούς. Ὁ Βέκκος…ἐξέδωσε “πατριαρχικὸ ἀφορισμό”, κατὰ τῶν σχισματικῶν ἐπισκόπων» (ὅπ. παρ., σελ. 237).

Μετὰ τὴν Δ΄ Σταυροφορία οἱ Λατῖνοι ποὺ εἰσῆλθαν στὸ Ἅγ. Ὄρος καταπίεζαν τοὺς μοναχοὺς καὶ «προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς προσηλυτίσουν στὸ βλάσφημο δόγμα τους “καταπείσαντες τοὺς ἐν τῇ Μονῇ Ἰβήρων μοναχούς…ἵνα ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ρώμης, δίδοντες ἁπλῆν διὰ χειραψίας ὑπόσχεσιν εἰς τὸν ἐν Θεσ/νίκῃ Λατῖνον ἐπίσκοπον”» (ὅπ. παρ., σελ. 224-225).

Ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ ὁ Καλόθετος πίστευε, «ὅτι ὅταν ἡ εὐσέβεια κινδυνεύῃ, οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν προσφιλῆ σ’ αὐτοὺς σιωπὴ καὶ ἡσυχία καὶ νὰ ἀγωνίζονται μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως: “Διότι ποιός δὲν θὰ δυσαρεστεῖτο, ὅταν ἀκούῃ νὰ ὑβρίζεται ὁ Θεός;… Ἦταν δὲ δυνατό, πρὸς Θεοῦ, νὰ σιωπήσουμε καὶ νὰ προδώσουμε μὲ τὴ σιωπή μας τὸν Θεόν, ὅταν εἶχαν ἐμφανισθῆ σὲ μᾶς τὰ γράμματα τῆς μανιώδους γνώμης…(τοῦ Ἀκινδύνου), τὰ ὁποῖα διήγειραν ὅλο τὸν κόσμο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ ἡμῶν;…

»Πῶς δὲν θὰ ἔχῃ κανεὶς γιὰ ὅλη του τὴ ζωὴ ὡς ἐχθρό, αὐτόν (τὸν αἱρετικό) ποὺ ἔχει ὑβρίσει μὲ τέτοιο τρόπο τὸν Θεό;

»Τὸ ἱερὸ Εὐαγέλιο συμβουλεύει…νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ἀφοῦ μετανοήσουν… Διότι αὐτὸς ποὺ παρέχει συγγνώμη στὸν ἀμετανόητο, κάνει τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο συγχωρήσεως… διότι καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του πιὸ φιλάνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό”» (ὅπ. παρ., σελ. 273).

Γράφει ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος: «Ὁρισμένοι τόλμησαν νὰ ἀναγγείλουν ὅτι… ἡ ἕνωσις (τῶν ἐκκλησιῶν) θὰ γίνῃ χωρὶς νὰ μετατραπῇ κανένα ἀπὸ τὰ ἔθιμα καὶ τὰ δόγματα… Εἰσηγήθηκαν μάλιστα, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἄτοπο νὰ μνημονεύουμε τὸν πάπα ὡς ἅγιο… Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ ἕνωση;… Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκέπτεσθε δῆθεν νὰ ἑνωθῆτε μαζί μας, τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ μὲν προσθήκη μένει ἀδιόρθωτη, ὅλα δὲ ὅσα προξένησε τὸ μακροχρόνιο καὶ ἐπάρατο σχίσμα μένουν ἀμετακίνητα; Ἄνθρωποι, αὐτὸ δὲν εἶναι διόρθωσις οὔτε ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, εἶναι χειρότερο σχίσμα ἀπὸ τὸ προηγούμενο… Διότι πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις, ἐφόσον ὑφίστανται μεταξύ μας μύρια διαφορετικὰ φρονήματα;… Αὐτὸ τὸ πράγμα δὲν εἶναι ἕνωσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης μὲ μᾶς… Ἀντιθέτως εἶναι παράλογη ὑποταγὴ στὸν πάπα τῆς Ρώμης…» (ὅπ. παρ., σελ. 288).

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς σὲ ἄλλη ἐπιστολή του ἔγραφε:

«Οἱ περισσότεροι ἀδελφοί, ἔχοντας πάρει θάρρος ἀπὸ τὴν ἐξορία μου, ἐλέγχουν μὲ αὐστηρότητα τοὺς ἀλιτήριους (Λατινόφρονες) καὶ παραβάτες τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῶν πατρικῶν θεσμῶν. Τοὺς διώχνουν ἐπίσης ἀπὸ παντοῦ ὡς καθάρματα, χωρὶς νὰ ἀνέχωνται νὰ συλλειτουργοῦν μαζί τους, οὔτε νὰ τοὺς μνημονεύουν καθόλου στὰ Μυστήρια ὡς Χριστιανούς…

»Νὰ συμβουλεύσῃς δὲ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποφεύγουν μὲ κάθε τρόπο τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν λατινόφρονα μητροπολίτη τους καὶ οὔτε νὰ συλλειτουργοῦν μαζί του, οὔτε νὰ τὸν μνημονεύουν καθόλου, οὔτε νὰ τὸν θεωροῦν ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὡς μισθωτὸ λύκο. Ἐπίσης νὰ μὴ λειτουργοῦν καθόλου σὲ λατινικὲς ἐκκλησίες, γιὰ νὰ μὴ ἔλθῃ καὶ σὲ μᾶς ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπῆλθε στὴν Κων/πολι, ἐξ αἰτίας τῶν παρανομιῶν ποὺ ἔγιναν ἐκεῖ…

»Νὰ ἀποφεύγεται λοιπὸν καὶ ἐσεῖς, ἀδελφοί, τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν ἀμνημονεύτων. Φευκτέον αὐτούς (τοὺς λατινόφρονες) ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως» (ὅπ. παρ., σελ. 297-298).

«Δὲν τὰ λέμε αὐτὰ πεισματωδῶς (γράφουν συναγωνιστὲς Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ), οὔτε ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπιβάλουμε τὴν δική μας γνώμη, (ἀλλά) ἐπειδὴ θέλουμε νὰ ἐλεήσουμε τὶς ψυχές μας καὶ ἐπειδὴ φοβόμαστε τὴν καταδίκη τοῦ Θεοῦ, ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ μὴ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστι μας καὶ στερηθοῦμε τὴν κληρονομία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν» (ὅπ. παρ., σελ. 301).

Τὸ 1452 ὁ Γεννάδιος προσκλήθηκε στὸ παλάτι «μαζὶ μὲ πολλοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες γιὰ νὰ συσκεφθοῦν περὶ τῆς ἑνώσεως. Ὁ Γεννάδιος ἀρνήθηκε νὰ προσέλθῃ καὶ τοὺς δήλωσε δι’ ἐπιστολῆς τὰ ἑξῆς:

»“…Ἐὰν ἡ σύναξη αὐτὴ γίνεται γιὰ νὰ ληφθῇ ἡ συγκατάθεσις τῶν ἐκκλησιαστικῶν γιὰ τὴν ἕνωσι ποὺ ἔκανε ἤδη ἡ πολιτεία -ἀλίμονο! Αὐτὸ εἶναι χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό- τότε ἀφῆστε με, μὴ μὲ πειράζεται… Ὅποιος θὰ μνημονεύσῃ τὸν πάπα ἢ θὰ ἔχῃ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν μνημονεύουν ἢ θὰ συμβουλεύσῃ …κάποιον νὰ μνημονεύσῃ, θὰ τὸν θεωρήσω ὅπως καὶ ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως, ἡ ὁποία ἐξέτασε τὸ λατινικὸ δογμα καὶ κατεδίκασε ὅσους τὸ πίστεψαν, τὸν Βέκκο δηλ. καὶ τοὺς ὁμόφρονές του…Οἱ Σύνοδοι καὶ οἱ ἄλλοι πατέρες ὁρίζουν ὅτι <αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμαστε τὸ φρόνημα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὴν κοινωνία>… Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ὁ Κύριός μας λέγει: <Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν> (Ἰω. ι΄, 5).

»Μὴ γένοιτο νὰ κάνω αἱρετικὴν τὴν Ἐκκλησία μου, τὴν ἁγία μητέρα τῶν Ὀρθοδόξων. Δεχόμενος τὸ μνημόσυνο τοῦ πάπα, ἐφόσον ὁμολογεῖ καὶ πιστεύει ἐκεῖνα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν τὸν δέχεται ἡ Ἐκκλησία μας…

»Καὶ θὰ εἶμαι ὁπωσδήποτε ἀκοινώνητος πρὸς τὸν πάπα καὶ ὅσους ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτόν, ὅπως καὶ οἱ Πατέρες μας. Διότι πρέπει νὰ μιμούμαστε τὴν εὐσέβειά τους, ἀφοῦ δὲν ἔχουμε τὴν ἁγιωσύνη καὶ τὴν σοφία τους”» (ὅπ. παρ., σελ. 303-304).

Ὁ ἱερὸς Γεννάδιος, ὅταν καὶ τότε συζητοῦσαν τὸ θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγραφε:

«Αὐτὰ ὅμως ποὺ λέγουν ἐκεῖνοι, δηλ. νὰ ἀναβάλουμε προσωρινὰ τὴν ἐξέτασι τοῦ θέματος, δὲν εἶναι προσωρινὴ ἐκκλησιαστικὴ Οἰκονομία. Εἶναι προσωρινὴ συγκατάθεσίς μας στὴν προσθήκη (τοῦ filioque) καὶ στὴν ἕνωσι ποὺ ἐπικυρώθηκε κακῶς στὴν Φλωρεντία. Εἶναι πρόσκαιρος ἐκλατινισμός- ἂν εἶναι βέβαια πρόσκαιρος καὶ ὄχι αἰώνιος!- συμπεραίνοντας ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν πραγματοποιοῦν…» («Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας», σελ. 304).
 
Από Αποτείχιση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω