Η καταδικη του Νεου Ημερολογιου απο την Πανορθοδοξη Συνοδο του 1583

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 1583

.....Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.....

῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Η ΚΑΤΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ καὶ ἡ στάση τῶν ποιμένων ἀπέναντί της

 



τοῦ θεολόγου Σημάτη Παναγιώτη

Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν δισχιλιόχρονη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ ἑξῆς πρωτοφανοῦς φαινομένου: Ἀναπτύσσεται ἐπὶ δεκαετίες μιὰ αἵρεση στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ αἵρεση αὐτὴ ἔχει ὄνομα, ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ Ἁγίους ἀνθρώπους ὡς ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχουν ἐπισημανθεῖ καὶ καταγραφεῖ οἱ κακοδοξίες της καί, παρὰ ταῦτα, οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας συμβιώνουν μὲ τὴν αἵρεση· ἀρνοῦνται νὰ κατονομάσουν τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτούς· συλλειτουργοῦν μαζί τους, τοὺς ὑποδέχονται μὲ ἐμετικὲς κολακεῖες καὶ ἔτσι, ἀφήνουν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νὰ συμφύρονται μετὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ νὰ ἐξοικειώνονται μὲ τὴν αἵρεση.

Καὶ ποιά εἶναι ἡ δικαιολογία αὐτῆς τῆς πρωτάκουστης ποιμαντικῆς συμπεριφορᾶς; Ἡ δικαιολογία εἶναι ἀκόμα πιὸ παράξενη, πιὸ ἀνεξήγητη γιὰ Ὀρθόδοξους ποιμένες. Ἀνεξήγητη γιὰ Ἐπισκόπους καὶ πνευματικοὺς ποὺ ἔχουν γαλουχηθεῖ μὲ τὰ νάματα τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως, ποὺ νυχθημερὸν μαθητεύουν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ψάλλουν τὶς ἀκολουθίες τους, μελετοῦν στὰ Συναξάρια τὸν βίο τους· γιὰ ποιμένες ποὺ καθημερινῶς μᾶς διδάσκουν καὶ μᾶς προτρέπουν νὰ μιμούμεθα ἐκείνους τοὺς Ἁγίους, ποὺ καταπολέμησαν τὴν κάθε αἵρεση ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἐμφανίστηκε.


Ἡ συμπεριφορὰ πολλῶν συγχρόνων ποιμένων, δὲν εἶναι μόνο ἀνεξήγητη, ἀλλὰ ἐν πολλοῖς καὶ σχιζοφρενική, διότι ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ μᾶς προβάλλουν μὲ πύρινους λόγους ὡς πρότυπα Ἁγίους, ποὺ χρησιμοποίησαν βαρύτατους χαρακτηρισμοὺς γιὰ τοὺς αἱρετικούς, ποὺ ἐξεδίωκαν μὲ δριμύτητα τοὺς αἱρετικοὺς ὡς λύκους, ποὺ ἐν τέλει θυσίασαν στὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὴ ζωή τους, καὶ ταυτόχρονα, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἀναιροῦν τὰ ἴδια τὰ κηρύγματά τους καί, γιὰ τὴν σύγχρονη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ἴδιοι μὲν σιωποῦν, σὲ μᾶς δὲ συνιστοῦν ὑπακοή, ὄχι πλέον στοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ στοὺς Ἀρχιερεῖς οἰκουμενιστές, τοὺς διδασκάλους δηλαδὴ τῆς αἱρέσεως. Καὶ δικαιολογοῦν αὐτὴ τὴν θέση τους διὰ πολλῶν. Μία ἀπὸ τὶς δικαιολογίες ποὺ προσκομίζουν, δικαιολογία ποιμαντικὰ ἀνυπόστατη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ψευδής, εἶναι ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός, οἱ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι δὲν ἔχουν κριθεῖ καὶ καταδικασθεῖ ἀκόμα ἀπὸ Σύνοδο ὡς αἱρετικοί, καὶ ἄρα ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν ἀποτελεῖ κατεγνωσμένη αἵρεση.


Ὡς ἐκ τούτου, ἡ στάση τους ἀπέναντι στοὺς ἡγέτες τῆς σύγχρονης παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι στάση ἀνοχῆς ἐξωφρενικῆς, καὶ λογίζεται ὡς συμπόρευση μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἡ ἀνοχὴ αὐτὴ εἶναι ἔνοχη, προσβάλλει τὶς θυσίες τῶν Ἁγίων, συμβάλλει στὴν κατεδάφιση τῆς Πίστεως καὶ ἔχει καταστροφικὲς σωτηριολογικὲς συνέπειες γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀπορροφῶνται ἀπὸ αὐτούς, ἀφοῦ κοινὸς τόπος τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι ἡ αἵρεση μολύνει τὸν ἄνθρωπο.

Γιὰ νὰ ξεκαθαρίσουμε αὐτὴ τὴν ὀδυνηρὴ πραγματικότητα καὶ νὰ ἀντιληφθοῦμε, γιατί, ἐνῶ ὑπάρχει μιὰ καινοφανὴς αἵρεση, ὅμως τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ τὴν ἀγνοοῦν ἢ ἀδιαφοροῦν γι’ αὐτήν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσουμε τὸ θέμα: «Ἡ Κατεγνωσμένη Αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ στάση τῶν ποιμένων ἀπέναντί της».


Τὸ θέμα εἶναι μεγάλο, καὶ ἀσφαλῶς ὁ χρόνος μιᾶς εἰσηγήσεως δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ τὸ ἐξαντλήσει. Γι’ αὐτὸ ἐπέλεξα τὴν ἐξέταση μερικῶν μόνο κομβικῶν σημείων, τὰ δὲ ἄλλα θὰ θιγοῦν ἀκροθιγῶς. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἐξέταση τῶν δύο ἄλλων μεγάλων αἱρέσεων, ποὺ συμπλέκονται μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό.

Γιὰ ὅσους ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα, πολλὰ ἀπ’ ὅσα θὰ ἀκουστοῦν εἶναι γνωστά. Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους ὅμως, ἡ εἰσήγηση αὐτὴ ἀποτελεῖ μιὰ προσέγγιση τῆς στάσεως ποὺ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ποιμένες καὶ φύλακες τῆς Πίστεως, κράτησαν ἀπέναντι σὲ κάθε αἵρεση, ὅπως ὁ Οἰκουμενισμός, καὶ ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ σὲ σύγκριση μὲ τὴν στάση ἀδιαφορίας καὶ συμβιβασμοῦ ποὺ κρατοῦν οἱ σύγχρονοι ποιμένες –καὶ ἐμεῖς καθ’ ὅσον τοὺς ἀκολουθοῦμε–, ἀφοῦ ἡ στάση τους αὐτὴ συντελεῖ στὴν ἐλλειπῆ περὶ Οἰκουμενισμοῦ ἐνημέρωση, στὴν παραπληροφόρηση καὶ στὴν σύγχυση.

Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἐξέταση τῶν δύο ἄλλων μεγάλων αἱρέσεων, ποὺ συμπλέκονται μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό.


1. Γιατί εἶναι αἵρεση ὁ Παπισμός, κι ἂν ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
 
Αἵρεση γιὰ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι «κάθε πεπλανημένη διδασκαλία, ἡ ὁποία παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια»· «ἡ διαστρέβλωση μιᾶς ἢ περισσοτέρων ἀληθειῶν» τῆς Ἐκκλησίας, «οἱ ὁποῖες περιέχονται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ἱερὴ Παράδοση». Ἡ ὁποιαδήποτε προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ «ἡ προσχώρηση σὲ μιὰ ἤδη καταδικασμένη αἱρετικὴ ὁμολογία». Καὶ τοῦτο, διότι ἡ παραθεώρηση ἢ ἡ ἀλλοίωση τῶν Δογμάτων ἐπιφέρει καὶ ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καταστρέφει τὴν γνησιότητά της καὶ ἔχει ἐπιπτώσεις στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας μας.

Αἱρετικὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ πιστεύει, διδάσκει καὶ ἐμμένει σὲ κακόδοξες διδασκαλίες, ἀλλὰ κι αὐτὸς ποὺ τὶς ἀποδέχεται, παρότι τοῦ ἔχει ὑποδειχθεῖ ὅτι ἀντιβαίνουν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αἱρετικὸς ἀκόμα, εἶναι κι αὐτὸς ποὺ πιστεύει, ὅσα διδάσκει ἡ Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ διαφοροποιεῖται ἀπὸ αὐτὴν σὲ μία ἔστω διδασκαλία της, ποὺ κατὰ τὴν λογική του ἢ τὴν ἐπιθυμία του δὲν ἔχει καὶ μεγάλη σημασία.

Πρέπει νὰ προσέξουμε καὶ κάτι ἀκόμη, σχετικὰ μὲ τὸ ποιός εἶναι αἱρετικός, γιατὶ πολλοὶ Οἰκουμενιστὲς καὶ οἰκουμενίζοντες ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας, τὸ παρερμηνεύουν. Δὲν θεωροῦν δηλαδή, ἀνατροπέα τῆς Πίστεως ἐκεῖνον ποὺ παραβαίνει ἀπὸ σκοποῦ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ἢ τὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολές, ἀλλὰ τὸν θεωροῦν ὡς ἁπλὸ παραβάτη, ἰσάξιο μὲ κάποιον ἁμαρτωλό, ὅπως εἴμαστε ὅλοι.

Ὅμως, ἡ ἐν συνειδήσει παράβαση Εὐαγγελικῶν Ἐντολῶν καὶ ἡ προτροπὴ πρὸς τοὺς ἄλλους νὰ κάνουν τὸ ἴδιο, εἶναι πράξη ἀνατρεπτικὴ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ φυσικὰ ἀποτελεῖ αἵρεση. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὑπάρχει ἐνσυνείδητη περιφρόνηση καὶ ἐναντίωση στὸ θεῖο Θέλημα, ἀπόρριψη κάποιας ἐλάχιστης Ἐντολῆς Του, καὶ διδαχὴ διαφορετικὴ τοῦ Εὐαγγελίου· καὶ ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε: «ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19).
 
Εἶναι λοιπόν τὸ λιγότερο ἀνόητο, νὰ κατηγοροῦμε ὡς αἱρετικὸ ἐκεῖνον ποὺ ἑρμηνεύει διαφορετικὰ ὑπέρλογες δογματικὲς ἀλήθειες ποὺ στὸ κάτω-κάτω τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἀδυνατεῖ νὰ τὶς κατανοήσει καὶ ταυτόχρονα νὰ μὴ θεωροῦμε ὡς αἱρετικὸ ἐκεῖνον ποὺ φανερά, συνειδητὰ καὶ μὲ περισσὴ ἀσέβεια, ἀπορρίπτει ἐμπράκτως ρητὴ ἁγιογραφικὴ διδασκαλία, προτροπή, ἢ Ἀποστολικὴ Ἐντολή. Διότι ὅλες οἱ Ἐντολὲς εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ σωτηρία μας, καὶ ἐδόθησαν γιὰ νὰ ρυθμίζουν τὴν ζωή μας.

Ἕνα κρίσιμο ἐρώτημα συναφὲς πρὸς τὸ θέμα μας εἶναι καὶ αὐτό. Ἀπό πότε οἱ αἱρετικοὶ ἀρχίζουν νὰ εἶναι αἱρετικοί; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ κάποια Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα Οἰκουμενική, θὰ τοὺς καταδικάσει, ἢ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ διδάσκουν ἢ ἀκολουθοῦν συνειδητὰ καὶ μὲ ἐπιμονὴ μιὰ ἢ πολλὲς αἱρετικὲς δοξασίες, ἔστω κι ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν τὶς ἔχει Συνοδικὰ καταδικάσει;

Ἀσφαλῶς, αἱρετικὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ προάγει μιὰ ἀντιευαγγελικὴ διδασκαλία καὶ παρὰ τὶς συστάσεις καὶ τὶς ὑποδείξεις, ὅσων ποιμένων ἢ πιστῶν ἀντελήφθησαν τὴν αἱρετικὴ παρέκκλιση, οἱ ὁποῖοι τὸν καλοῦν νὰ παύσει νὰ τὴν διδάσκει καὶ νὰ μετανοήσει, αὐτὸς ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθεῖ.
 
Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγ. Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, «ἔχομε παραγγελίαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀπόστολον, ἐάν κάποιος δογματίζῃ ἢ μᾶς προστάσσῃ νὰ κάνωμε κάτι ἀντιθέτως ἀπ΄ ὅ,τι ...ὁρίζουν οἱ Κανόνες τῶν κατὰ καιροὺς Συνόδων, νὰ μὴ τόν δεχώμεθα καὶ οὔτε νὰ τὸν ὑπολογίζωμε μεταξὺ τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων», γιατὶ «ὁ αἱρετικός θέτει ἑαυτόν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἧς στιγμής υἱοθετήση αἱρετικήν τινά κακοδοξίαν».

Σύμφωνα μὲ τὶς παραπάνω διαπιστώσεις, οἱ Παπικοὶ εἶναι αἱρετικοί, (ὅπως οἱ Προτεστάντες καὶ οἱ Οἰκουμενιστές), διότι ἀλλοίωσαν τὴν Πίστη καὶ τὴν Παράδοση τῆς «Μίας, Καθολικῆς Ἐκκλησίας» σὲ πολλὰ σημεῖα καὶ ὄχι μόνο δὲν μετανοοῦν καὶ δὲν διορθώνουν τὰ λάθη τους, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐμμένουν πεισματικὰ σὲ αὐτά, καὶ μάλιστα προσθέτουν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ ἄλλες αἱρέσεις στὶς ἤδη ὑπάρχουσες καὶ τέλος φανερὰ ἢ κρυφά, βίαια ἢ ὕπουλα, ἀγωνίζονται νὰ ἐπιβάλλουν τὴν κακοδοξία τους καὶ στοὺς ἄλλους.

Εἰδικὰ γιὰ τὸν Παπισμό: Ἡ ἀλλοίωση τῆς Πίστεως ποὺ οἱ Παπικοὶ προκάλεσαν, ἔχει κατακριθεῖ καὶ καταδικασθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, πρὶν ἀκόμα αὐτοὶ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴν «Μία Ἐκκλησία».
 
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, στὸ ἐπιχείρημα τῶν ἑνωτικῶν, (Οἰκουμενιστῶν θὰ λέγαμε σήμερα) ὅτι δὲν ἔχουμε δὰ καὶ μεγάλες διαφορὲς μὲ τοὺς Λατίνους, διακηρύττει «ὅτι οἱ λατῖνοι εἶναι αἱρετικοὶ ὡς νοθεύσαντες τὸ Τριαδικὸν δόγμα, διὸ καὶ ἀποτρέπει ἀπὸ πάσης κοινωνίας» ὄχι μόνο μὲ τοὺς Παπικούς, ἀλλὰ καὶ «μετὰ τῶν ἑνωτικῶν» (Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. ΙΙ, σελ. 439-440). Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συνοψίζει, οἱ Παπικοὶ ὡς αἱρετικοί, δὲν ἔχουν μυστήρια καὶ ὁ Πάπας ἱερωσύνη (Πηδάλιον, Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, σελ. 91,92).

Ἡ Η΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος γράφει: «Τούτους τοὺς ἀπατεῶνας συνοδικῇ …κατεκρίναμεν ψήφῳ· οὐ νῦν αὐτῶν τὴν ἀπόφασιν καθορίζοντες, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἤδη Συνόδων καὶ Ἀποστολικῶν θεσμῶν τὴν προωρισμένην αὐτοῖς καταδίκην ὑπεκφαίνοντες καὶ πᾶσι ποιοῦντες πάλιν ἐπίδηλον» (Ρωμανίδη Ἰω., Κείμενα Δογματικῆς..., σ. 148-149). Δηλαδή, τοὺς παπικούς, ἐπειδὴ δὲν μετανοοῦσαν, τοὺς κατεδίκασαν. Ἐφήρμοσαν δι’ αὐτοὺς τὴν διαχρονικὴν Συνοδικὴν καταδίκην, ἀφοῦ ἡ οὐσία τῶν κακοδοξιῶν τους, εἶχαν καταδικασθεῖ ἀπὸ προηγούμενες Συνόδους, καὶ ὡς ἐκ τούτου, τοὺς ἀπόκοψαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Παρόμοια ἔχουν ἀποφασίσει Οἰκουμενικὲς καὶ τοπικὲς Σύνοδοι γράφει.

Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες αἱρέσεις τῶν Παπικῶν, εἶναι καταδικασμένες προδρομικὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ οἱ αἱρέσεις ποὺ οἱ Παπικοὶ ἐκ τῶν ὑστέρων προσέθεσαν· καταδικάστηκαν κι αὐτὲς ἀπὸ πολλοὺς Ἁγίους καὶ πάνω ἀπὸ ἑκατὸ νεώτερες τοπικὲς Συνόδους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
 
Ἄρα λοιπόν, εἶναι σαφὴς ἡ Ὀρθόδοξη Διδασκαλία γιὰ τὶς αἱρέσεις: «Μία ἡ Ἐκκλησία ἐν οὐρανοῖς, ἡ αὐτὴ ἐπὶ γῆς. Ἐν ταύτῃ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπαναπαύεται. Αἱ ἔξω ταύτης οὖσαι αἱρέσεις, ἃς ἔχουσι οἱ ἄνθρωποι, οὐκ εἰσὶ διδασκαλία τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, οὐδὲ τῶν Ἀποστόλων ἀλλὰ τοῦ Σατανᾶ καὶ τοῦ Πατρὸς αὐτῶν τοῦ Διαβόλου...» («Περὶ Ἐκκλησιαστικῶν Διατυπώσεων» τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Μansi, 2, 889).

Καὶ ἀφοῦ οἱ αἱρετικοὶ διδάσκουν ἀντίθετα ἀπὸ τὸ Χριστό, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη ἡ στάση μας ἀπέναντι αὐτῶν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνση. Ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης γράφει: «τὸν ἑκάστοτε πάπα “οὐ μόνον οὐ κοινωνικὸν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ αἱρετικὸν ἀποκαλοῦμεν”, ἐφ’ ὅσον λόγῳ τῆς βλασφημίας ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ filioque (ὁ Πάπας καὶ οἱ Παπικοὶ) ἔχασαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ὅλα σ' αὐτοὺς εἶναι ἀχαρίτωτα» (Θεόδωρου Ζήση, πρωτοπρ., Τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ Οἰκουμενισμό
 
2. Γιατί εἶναι αἵρεση ὁ Προτεσταντισμός, κι ἂν ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
 
Μετὰ ὅσα ἀναφέρθηκαν γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, εἶναι περιττὸ νὰ ἀναφερθοῦν ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ ὅτι ὁ Προτεσταντισμὸς ἀποτελεῖ αἵρεση. Ὄχι μόνο ἀποτελεῖ αἵρεση, ἀλλὰ οἱ διάφορες «ὁμολογίες» τοῦ Προτεσταντισμοῦ ἔχουν περιπέσει σὲ τέτοιες ἀνόητες κακοδοξίες, ἀλλὰ καὶ παραβάσεις τῆς εὐαγγελικῆς ἠθικῆς, ὥστε περὶ αὐτῶν ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πὼς τὰ ὑπ’ αὐτῶν πιστευόμενα καὶ πραττόμενα «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν».


Ἔτσι, ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὁ Προτεσταντισμὸς κεῖται ἐν τῇ αἱρέσει καὶ τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Προτεσταντισμοῦ ὑπὸ Ἁγίων Πατέρων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Συνοδικὲς ἀποφάσεις.

Βέβαια, οἱ Οἰκουμενιστὲς ζητοῦν ἐπίσημη καταδίκη τῶν Προτεσταντικῶν αἱρέσεων ἀπὸ Σύνοδο, ἢ δυνατὸν Οἰκουμενική. Τοῦτο τὸ αἴτημα εἶναι ἀστήρικτο, τὴ στιγμὴ μάλιστα, ποὺ ἐνῶ ζητοῦν ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ, προτεσταντισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ἴδιοι οἰκουμενίζοντες, ἀποκαλοῦν αἱρετικὲς δεκάδες ὁμολογίες ἢ σέκτες, ὅπως π.χ. τοὺς «Μάρτυρες τοῦ Ἱεχωβᾶ», παρόλο ποὺ καμία Σύνοδος δὲν τοὺς ἔχει ἐπίσημα καταδικάσει.

Ἂς δοῦμε, λοιπόν, κάποιες Συνοδικὲς ἀποφάσεις ποὺ καταδικάζουν τὸν Προτεσταντισμό· ἀποφάσεις ποὺ προέκυψαν, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάστηκε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν λεγόμενη «Ὁμολογία τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως», ἡ ὁποία ἐγράφη ὡς φαίνεται ἀπὸ Προτεστάντες, θεωρήθηκε ὅμως ὅτι τὴν ἔγραψε ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις. Ἐπειδὴ περιεῖχε προτεσταντικὲς θέσεις καὶ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν τὶς ἀπεκήρυξε καὶ γραπτά, ὅπως τοῦ ἐζητεῖτο, παρὰ μόνο προφορικά, συνεκλήθη Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1638, ἡ ὁποία «κατεδίκασε αὐτὸν ὡς συγγραφέα τῆς Ὁμολογίας καὶ αἱρετικόν» (Οἱ πληροφορίες ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://exprotestant.blogspot.gr/2012/04/blog-post_30.html).

Ἔτσι μ’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, ἔχουμε τὴν πρώτην καταδίκη Συνοδικὰ τοῦ Προτεσταντισμοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς Βασίλειος Στεφανίδης. Στὴ συνέχεια συνεκλήθη καὶ ἄλλη Σύνοδος σὲ ἄλλη πατριαρχικὴ ἕδρα, στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 1672, ὅπου ἐπίσης καταδικάστηκε ὁ Προτεσταντισμός. Ὁ δὲ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος ὀνομάζει τὸν Λούκαρι «κρύφιον αἱρετικόν». Ἐκ τρίτου κατεδικάσθη ἡ Κυρίλλειος Ὁμολογία ἀπὸ τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1642, ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παρθενίου τοῦ Β’ (1644-1646).

Ἐπίσης, κατεδικάσθη ὁ Προτεσταντισμὸς ἀπὸ τὴν «Ὁμολογία Πέτρου Μογίλα, ἡ ὁποία διορθωθεῖσα ἐνεκρίθη ὑπὸ τῶν τεσσάρων Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐξεδόθη ὡς «Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (ἐν Ἀμστελοδάμῳ, 1667).

Τέλος, «ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Στ’ (1836 και 1839) ἐξέδωκεν ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς ὑπ΄ αὐτὸν μητροπολίτας», διὰ τῆς ὁποίας καθόριζε συγκεκριμένα μέτρα κατὰ τοῦ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν προσηλυτισμοῦ.
 

Ἔχουμε λοιπόν, ἕξι καταδίκες τῶν Προτεσταντῶν ὡς αἱρετικῶν, γιὰ ὅσους ἀμφιβάλλουν γιὰ τὸ ἂν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοὺς ἔχει καταδικάσει ἐπίσημα.

Τελειώνουμε αὐτὸ τὸ τμῆμα μὲ ἕνα κείμενο ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο, ὁ ὁποῖος γράφει:

«Αἱρετικός ἐστι, καὶ ταῖς τῶν αἱρετικῶν ὑπόκειται ποιναῖς ὁ καὶ μικρόν τι τῆς ὀρθῆς πίστεως παρεκκλίνων. Φησί δὲ καὶ ἡ δεσποτικὴ φωνὴ ὅτι ἐὰν καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούση, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης». Παραθέτει μάλιστα σὲ ὑποσημείωση ἀπὸ ἔργο καλούμενο Δοκίμιο τὰ ἑξῆς ἐνδιαφέροντα: «Τί δέ; Ἧττον ἄρα τίς ἀπορήσειεν, εἰ διανοηθείη, ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν, ὁ ἐγγὺς τῆς ἀσεβείας Λουθηροκαλβινισμός, μικροῦ τὸ ἥμισυ κατέσχε τῆς Εὐρώπης; Τί δὲ ὁ Παπισμός, ὁ πατὴρ τοῦ Λουθηροκαλβινισμοῦ; Μάλιστα δὲ καὶ καυχῶνται ὅτι γένη πάμπολλα εἰσί, καὶ βασίλεια μεγάλα καὶ κραταιά. Καὶ τοῦτο δὴ ἐστὶ τὸ λυπηρόν, ὅτι γένη τοσαῦτα καὶ λαοὶ πολυπληθεῖς ἐκκλησίαι εἰσὶ πονηρευομένων καὶ ἀλλότριοι τῆς μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μᾶλλον ἢ πρότερον. Πρότερον γὰρ ἦσαν αἱρετικοί, καθὰ δὴ καὶ νῦν εἰσί, διὰ τῆς εἰς τὸ ἅγιον Σύμβολον προσθήκης. Νῦν δὲ καὶ ἀβάπτιστοι ὅλως ἀποδείχθησαν ὄντες. Δι' ὃ καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν προσερχομένους, ὡς ἐθνικοὺς δεχόμενοι, ἆτε ἀβαπτίστους βαπτίζομεν κατὰ τὸν Ζ' κανόναν τῆς ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Β' Συνόδου. Παραλείπω τὰ μύρια ἄλλα παρ' αὐτῶν βδελύγματα. Ἀρμένιοι Δὲ καὶ Κόπται, οἱ κατ' Αἴγυπτον καὶ Συρίαν, κόμματα μὲν καὶ οὗτοι πονηρά, λυποῦσι δὲ οὐδὲν τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, περιουσία τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀπαιδευσίας» ((Θεόδωρου Ζήση, πρωτοπρ., Τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ Οἰκουμενισμός).


3. Γιατί εἶναι αἵρεση ὁ Οἰκουμενισμός, κι ἂν ἔχει κι αὐτὸς καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
 

Ὅσα εἴπαμε γιὰ τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό.

Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς παναίρεση ἀπὸ τὸν σύγχρονο Σέρβο Ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, συνονθύλευμα αἱρέσεων. Συναθροίζει καὶ περισυλλέγει ἀπὸ τὴν σημερινὴ οἰκουμένη κακοδοξίες καὶ ψεύδη πολλῶν καὶ χαλεπῶν αἱρέσεων· αἱρέσεων νεοφανῶν, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεων παμπάλαιων. Οἱ ἐπὶ μέρους αἱρέσεις τους, καταλύουν ἐκ βάθρων τὴν Χριστολογία, τὴν ἐκκλησιολογία καὶ τὴν σωτηριολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ δι’ αὐτῶν ἐξομοιώνει τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες τῆς Δύσεως, καὶ ἐξισώνει ὅλες τὶς θρησκεῖες, ἐπιδιώκοντας νὰ τὶς ἑνώσει σὲ μία μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ παναίρεση.

 
Τὸ ἄκρως ὀδυνηρὸ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὅτι οἱ ἡγέτες της ἔκαναν «τὸ μεγάλο ἱστορικὸ καὶ θεολογικὸ λάθος ἀντὶ νὰ» παραμείνουν οὐδέτεροι «ἀπέναντι στὸν Παπισμὸ καὶ στὸν Προτεσταντισμό», γιὰ νὰ ἐκπροσωποῦν τὴν «Μία» ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «ὡς ἐλπίδα καὶ κριτήριο ἀληθείας γιὰ ἀμφότερους», ταυτίσθηκαν «μὲ τοὺς Προτεστάντες», ἔγιναν μέλος τοῦ «Προτεσταντικοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν μὲ βαρύτατες συνέπειες καὶ ἀπώλειες», καὶ τώρα στὰ μάτια ὅλων, παρουσιάζουν (καὶ ἐκθέτουν) τὴν ἀμόλυντη νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ὡς μεμολυσμένη ἀπὸ τὴν αἵρεση. Κι αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἀνεχόμαστε οἱ ἐκ τῶν «ὀρθοδόξων» Ἐπισκόπων διδάσκαλοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νὰ παραμένουν στὶς θέσεις τους, ὡς οἱ θεσμικοὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Μάλιστα, μὲ τὴν ἔνταξή μας αὐτή, καὶ ἀφοῦ θεωρούμαστε πλέον ὡς μία ἀπὸ τὶς πολλὲς Ἐκκλησίες τοῦ Π.Σ.Ε., δώσαμε τὸ δικαίωμα καὶ τὴ χαρὰ στὴ Ρώμη, νὰ «διεκδικεῖ τώρα μόνη της τὰ χαρακτηριστικὰ» τῆς «Μίας» ὑπερτάτης Ἐκκλησίας καὶ στοὺς «Προτεστάντες (τὴν δυνατότητα νὰ) ἀντιμετωπίζουν τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μία ἀπὸ τὶς πολλὲς δικές τους ὁμολογίες καὶ “ἐκκλησίες”» (Θεοδώρου Ζήση, Ἡ Ἀπομύθευση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ).


Τὸ τραγικὸ ὅμως, γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας εἶναι, ὅτι ὑπάρχει πλέον ἕνας φανερὸς συνασπισμὸς τῶν ἑτερόδοξων Οἰκουμενιστῶν μὲ τοὺς «ὀρθόδοξους» Οἰκουμενιστές, ὁπότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βάλλεται καὶ ἐκ τῶν ἔξω καὶ ἐκ τῶν ἔσω. Οἱ «ὀρθόδοξοι» Οἰκουμενιστὲς ποὺ προωθοῦν καὶ διδάσκουν τὸν Οἰκουμενισμό, εἶναι Ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὸν οἰκουμενιστικὸ ἰό, σὲ σημεῖο, ποὺ αὐτὴ ἡ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ Πίστη, «παρουσιάζεται μὲ καύχηση ὡς μεγάλο ἐπίτευγμα, ἀπὸ τοὺς Ὀρθόδοξους Οἰκουμενιστές» (Θεοδώρου Ζήση, Ἡ Ἀπομύθευση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ).

Θὰ μποροῦσε ἐδῶ, νὰ παρατηρήσει κάποιος, ὅτι τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχουν οἱ αἱρετικὲς ὁμολογίες τῆς Δύσεως. Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν εἶναι ἔτσι. Διότι τὴν αἵρεση αὐτὴ μοιράζονται μὲ τοὺς Προτεστάντες καὶ τοὺς Παπικοὺς οἱ «ὀρθόδοξοι» Οἰκουμενιστές, χρεώνοντας ἀνεντίμως στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὴν δική τους ἐνδοτικότητα καὶ τὰ δικά τους κακόδοξα πιστεύματα. Καὶ τοῦτο τὸ πραγματοποιοῦν κατὰ δύο τρόπους:

 
α) Διότι ὄχι μόνον οἱ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι δὲν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ἀμετανόητες καὶ σκληρυμένες δομὲς τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Π.Σ.Ε., (ὅπως ὄφειλαν νὰ κάνουν, ἂν πίστευαν στὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς καὶ τὴν διαχρονικὴ ὀρθόδοξη Παράδοση), ὄχι μόνον δὲν ἀντιδροῦν στὴν ὑποβάθμιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τὴν ἐξίσωση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀλλόθρησκους, ἀλλὰ καὶ διότι

 
β) οἱ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι ἀποδέχονται καὶ διδάσκουν καινοφανεῖς αἱρετικὲς δοξασίες ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἑτεροδόξων, προκειμένου νὰ ὑποτάξουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπὸ τὸν παπικὸ ζυγό.

μεγάλος δὲ αἱρετικὸς τῆς ἐποχῆς μας, ὁ ἄνευ ποιμνίου μητροπολίτης Περγάμου κ. Ζηζιούλας, πρωτοστατῶν εἰς τὴν ἐπικράτηση τῶν δαιμονικῶν οἰκουμενιστικῶν κακοδοξιῶν, συστηματικὰ καὶ ἐπὶ δεκαετίες μετὰ πάθους ἐπιδίδεται εἰς τὴν ἐφεύρευση ὀρθοδοξοφανῶν ἐπιχειρημάτων πρὸς κατοχύρωσή τους, ὡς ἔκδοτος εἰς «μοιχείαν πνευματικήν, ὅπως χαρακτηρίζουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὴν μῖξιν μὲ τοὺς αἱρετικούς. [Δὲς Μ. Ἀθανασίου: «Εἰ πολὺς καὶ χαλεπὸς ὁ κίνδυνος, τὸ τὴν ἰδίαν γυναῖκα μοιχεῦσαι, καὶ ἄλλῃ συγγενέσθαι, κἂν ἐν ἀποδημίᾳ τυγχάνῃ ὁ ἀνήρ· πόσῳ γε μᾶλλον τὴν ὀρθὴν πίστιν προδοῦναι διὰ τὸ τοῖς αἱρετικοῖς συγκοινωνῆσαι;» (Πρὸς Ἀντίοχον ἄρχοντα, TLG, Volume 28, page 665, line 43)].

Δικά του νόθα καὶ ἐκτρωματικὰ τέκνα εἰς τὸν ὀρθόδοξον χῶρον εἶναι ἡ κατοχύρωση καὶ ἡ προώθηση τῆς αἱρετικῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἀλλὰ καὶ τῶν κακόδοξων θεωριῶν «τῶν δύο πνευμόνων» καὶ τῆς «εὐχαριστιακῆς θεολογίας». Δική του ἀγχώδης ἐπιδίωξη τυγχάνει καὶ ἡ ἐπικάλυψη τοῦ ἑωσφορικοῦ Παπικοῦ Πρωτείου μὲ ὀρθόδοξο περιτύλιγμα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνίσχυση ὅλων τῶν ἄλλων οἰκουμενιστικῶν ἰδεολογημάτων. Καὶ αὐτὸν τὸν «φωστῆρα» (τὸν κ. Ζηζιούλα) ἐβράβευσε ἡ Θεολογικὴ Ἀκαδημία Βόλου καὶ συλλειτούργησε μαζί του ὁ πρόεδρός της, μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰγνάτιος, ἄλλοι Ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι στὸ Βόλο, ἀλλὰ καὶ καὶ σὲ ἄλλες μητροπόλεις.

 
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καταργοῦν οἱ συλλειτουργοί τοῦ κ. Ζηζιούλα τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ οἱ συλλειτουργοῦντες νὰ ἔχουν τὴν ἴδια πίστη, νὰ πιστεύουν εἰς «Μίαν» καὶ ὄχι εἰς «368» Ἐκκλησίες, νὰ ἀποδέχονται «ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» καὶ ὄχι εἰς τόσα βαπτίσματα, ὅσες καὶ οἱ δυσώνυμες αἱρέσεις.

Ἐπὶ πλέον, τὸ δυστύχημα στὴν περίπτωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι, ὅπως στὴν ἀρχὴ ἀνεφέρθη, ὅτι ἀφοῦ δὲν καταγγέλλουν καὶ δὲν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τοὺς φορεῖς τῆς αἱρέσεως αὐτῆς, ὡς ἔχουν καθῆκον, οἱ ὑπόλοιποι Ἐπίσκοποι καὶ Ποιμένες, διαδίδονται σχετικὰ εὔκολα οἱ αἱρετικὲς ἰδέες, ἀφοῦ οἱ διαμαρτυρίες τῶν λίγων κατώτερων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ποὺ διαμαρτύρονται καὶ κατονομάζουν τοὺς σύγχρονους αἱρεσιάρχες, δὲν ἀκούονται ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους πιστούς, ὅσο θὰ ἔπρεπε, διότι (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) ἔχουν ἀπομονωθεῖ ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὴν ἐξουσία ἡγετικοὺς κύκλους τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἔτσι ἡ προβολὴ τῶν ὀρθοδόξων θέσεων ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περιοδικὸ καὶ ἠλεκτρονικό τύπο ἔχουν μὲ τρόπο «ἀπαγορευθεῖ», καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς ἔχουν ὅλη τὴν ἄνεση νὰ παραπλανοῦν τὸ λαό, νὰ ἀπαιτοῦν ἐξουσιαστικὰ –χρησιμοποιώντας τὸ κύρος καὶ τὴν ἱερότητα τοῦ σχήματός του– ὑπακοὴ ἀπὸ τοὺς πιστούς.
 
Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση σήμερα στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Οἱ «ὀρθόδοξοι» ἡγέτες ἔχουν ἀποδεχθεῖ τὸν Οἰκουμενισμό, πρωτοστατοῦν στὴν ἐπικράτησή του, ἔχουν προσυπογράψει μετὰ τῶν αἱρετικῶν συμφωνίες, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδέχονται ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι μία ἀνάμεσα στὶς πολλὲς αἱρέσεις καὶ ὄχι ἡ «Μία Ἐκκλησία» τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν παραδίδει τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἔχουν προχωρήσει σὲ ἑνώσεις μὲ μονοφυσίτες καὶ τόσα ἄλλα.

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καθίσταται ἀόρατη γιὰ τοὺς ἁπλοϊκοὺς περὶ τῶν δογματικῶν θεμάτων πιστούς, φαίνεται χωρὶς ἀρχηγούς, χωρὶς ὀπαδούς, χωρὶς συγκεκριμένη καὶ συγκροτημένη διδασκαλία. Καὶ ἕνας ἀόρατος καὶ ἀόριστος ἐχθρός, δύσκολα πολεμεῖται. Ἡ παναίρεση πλέον εἶναι ἀνώνυμη, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ παροῦσα. Σὰν μιὰ ἀόρατη ἀράχνη, ἕνα πολυπλόκαμο χταπόδι ποὺ περισφίγγει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, κολοβώνει εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ δογματικὲς ἀλήθειες, ἀποκόπτει Ἱ. Κανόνες καὶ ἠθικὲς ἐντολές.
 
Τέλος, ἡ μεγάλη δυσκολία (ποὺ ἐξ ἀρχῆς ἀναφέρθηκε) στὴν καταπολέμηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν ὁποία μὲ δαιμονικὸ τρόπο ἐκμεταλλεύονται καὶ χρησιμοποιοῦν γιὰ τὰ σχέδιά τους οἱ Οἰκουμενιστὲς τοῦ Φαναρίου, οἱ συμπορευόμενοι μὲ αὐτοὺς καὶ τὰ ἀκαδημαϊκὰ φερέφωνά τους, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἕως σήμερα ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν ἔχει ἀκόμα καταδικασθεῖ ἀπὸ σύγχρονη ὀρθόδοξη Σύνοδο.

Ὁ λόγος, βέβαια, εἶναι προφανής. Δὲν εἶναι δυνατόν, τὰ «ὀρθόδοξα» ἡγετικὰ στελέχη ποὺ εἶναι φορεῖς τῆς παναιρέσεως, νὰ καταδικάσουν τὸν ἑαυτό τους! Τὸ ἀντίθετο εἶναι πιθανόν νὰ συμβεῖ. Σὲ περίπτωση δηλαδή, ποὺ ὅλοι αὐτοὶ συγκροτήσουν Πανορθόδοξο Σύνοδο, θὰ καταδικάσουν τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀντιστέκονται καὶ ἐμποδίζουν τὴν ἐξάπλωση καὶ ἐπικράτηση τῆς αἱρέσεως. Καὶ τοῦτο θὰ συμβεῖ, ὄχι μόνο γιατὶ σὲ κάθε περίοδο ἐπικράτησης μιᾶς αἱρέσεως οἱ ἀντιστεκόμενοι ἐδιώκοντο, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ὁ Οἰκουμενισμός, φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι ἡ ἐσχάτη αἵρεση στὴν ἱστορία, ὅπως τοῦτο πολλοὶ θεοφώτιστοι Πατέρες μᾶς δίδαξαν.

Ἂς δοῦμε, ὅμως, ποῦ ἐντοπίζεται ἡ αἱρετίζουσα συμπεριφορὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ ὁποία τοὺς θέτει ἐκτὸς Ἐκκλησίας.

Μερικὲς ἀπὸ τὶς παλαιὲς ἢ νέες αἱρετικὲς δοξασίες ποὺ περιέχει ὁ Οἰκουμενισμός.

Α. Κατὰ τὸν προφητικὸ λόγο τοῦ ἀείμνηστου π. Ἀθανάσιου Μυτιληναίου, ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ «τὴν μεγάλη νοθεία τῆς πίστεως». Διότι οἱ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι σὲ πρῶτο μὲν στάδιο ἀποδέχονται ὅτι ἀποτελεῖ «ἐκκλησία» καὶ ὁ Παπισμός, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑκατοντάδες αἱρετικὲς ὁμάδες καὶ παρασυναγωγὲς τοῦ Προτεσταντισμοῦ· σὲ δεύτερο δὲ στάδιο (ὅπως ἀποκαλύπτουν τὰ κείμενα τῶν Οἰκουμενιστῶν) ἔχουν σχεδιάσει καὶ ἐργάζονται γιὰ Ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν ὑπὸ τὸν Πάπα.

Ἡ ἄρνηση, ὅμως, τοῦ γεγονότος ὅτι «Μία» εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ὅτι μόνο αὐτὴ προσφέρει τὴν σωτηρία, συνιστᾶ τὴν πιὸ ὕπουλη καὶ τὴν μεγαλύτερη αἵρεση τῶν αἰώνων, ἀφοῦ δὲν προσβάλλει μόνο μιὰ πτυχὴ τῆς Πίστεως, ἀλλὰ σχετικοποιεῖ, ἀλλοιώνει, ποδοπατεῖ ὁλόκληρη τὴν Παράδοση, τὴν πίστη στὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
 
Ἐπειδὴ λοιπόν, ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι κατὰ μέγα μέρος ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε δι’ ὀλίγων, τὸ 9ο καὶ 10ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, διὰ τῶν ὁποίων ὁμολογοῦμε, στὸ μὲν 9ο ἄρθρο πίστη «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν» καὶ ἀμέσως στὸ ἑπόμενο ἄρθρο, τὸ 10ο, ὁμολογοῦμε «ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», ἀκριβῶς διότι τὸ «ἓν βάπτισμα» πραγματοποιεῖται μόνο στὴν «Μία Ἐκκλησία» καὶ ἀπὸ τὴν «Μία Ἐκκλησία»· διότι ἐξ αὐτῆς θεσμοθετεῖται καὶ μόνο δι’ αὐτῆς τελούμενο εἶναι ἔγκυρο. Ἀκόμα, διότι μόνο ἐν αὐτῇ κατανοεῖται ἡ πνευματικὴ σημασία του καὶ οἱ σωτηριώδεις συνέπειες γιὰ τὸν βαπτιζόμενο.

Εἶναι καθοριστικὴ καὶ καθοδηγητικὴ ἡ ἀπάντηση τοῦ Μ. Ἀθανασίου στὴν ἐρώτηση: Ἐὰν ἐν καιρῷ ἑορτῆς βρεθεῖ κάποιος ὀρθόδοξος σὲ χώρα, στὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τί πρέπει νὰ σκεφθεῖ καὶ νὰ ἀποφασίσει, ὡς πρὸς τὸν ἐκκλησιασμό του, ἐφόσον πρόκειται γιὰ μιὰ τόσο σπουδαία καὶ ἑόρτιο ἡμέρα; Πρέπει νὰ κοινωνῆσει «τοῖς αἱρετικοῖς», ἢ νὰ μείνει «ἀκοινώνητος;». Ἡ θέση τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἀσφαλῶς ἦταν ἐναντίον τῆς σκέψεως νὰ ἐκκλησιαστεῖ κάποιος μετὰ τῶν αἱρετικῶν. Καὶ ἀπάντησε ὡς ἑξῆς:
 
Λέγοντας ὁ Ἀπόστολος, τὸ «Εἷς Κύριος, καὶ μία πίστις, καὶ ἓν βάπτισμα», ἐσήμανεν ἀκριβῶς, ὅτι μία καὶ μόνη ἐν κόσμῳ ἀψευδὴς ὑπάρχει πίστις», τὴν ὁποία κατέχει καὶ διατηρεῖ μόνον «ἡ ἁγία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία· καὶ ἓν βάπτισμα καθαρτικὸν καὶ ἁμαρτιῶν λυτρωτικόν· καὶ εἷς Κύριος, ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὑπάρχει. Καὶ ὁ μὴ οὕτω φρονῶν πεπλάνηται» (Μ. Ἀθανασίου, Πρὸς Ἀντίοχον ἄρχοντα, TLG, Volume 28, page 665, line 47- page 668, line 2).

Μία λοιπόν, Ὀρθόδοξη πίστη ὑπάρχει. Μία Ἐκκλησία, ἕνα μοναδικὸ σώμα μὲ κεφαλὴ τὸ Χριστό. «Δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ἐκκλησίες, πολλὰ σώματα μὲ τὴν ἴδια κεφαλὴ Ἡ ἐνσωμάτωση καὶ συσσωμάτωση στὴν Ἐκκλησία προϋποθέτει ἀπαραίτητα τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως... Ὅσοι δίδαξαν καὶ παραδίδουν διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐδίδαξε καὶ παρέδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους καὶ δι΄ αὐτῶν στὴν Ἐκκλησία εἶναι ψευδοπροφῆτες, ψευδοδιδάσκαλοι, καὶ ψευδοποιμένες... Γιὰ νὰ ἀποτραπεῖ ἡ εἴσοδος τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία ἢ ἡ ἔξοδος τῶν πιστῶν καὶ ἡ εἴσοδός τους σὲ αἱρετικοὺς χώρους ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες ὕψωσαν ὅρια, ἔθεσαν φραγμούς. Δὲν εἶναι ξέφραγο ἀμπέλι ἡ Ἐκκλησία» (Ζήση Θεοδώρου, πρωτοπρ., Τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ Οἰκουμενισμός, Ἡ Ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας).
 
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ ἐκκλησιολογικὴ αὐτὴ ἀλλαγὴ στὴν ὁμόφωνη καὶ διαχρονικὴ πίστη τῶν Ὀρθοδόξων περὶ «Μίας» Ἐκκλησίας, ξεκίνησε στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνος, κυρίως μὲ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ἡ ὁποία ἐπρότεινε νὰ ἱδρυθῆ μία «Κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν», γιὰ τὴν ὠφέλειαν «τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας». Γιὰ πρώτη φορὰ Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες ἀποδέχονται ὅτι ἀνήκουν στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἑτερόδοξοι!

Δι’ αὐτῆς τὸ Φανάρι δὲν θεωρεῖ πλέον τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες τῆς Δύσεως –ὅπως γράφει– «ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας» τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀντιθέτως, θεωρεῖ τὶς αἱρέσεις «ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ, συγκληρονόμους καὶ μέλη τοῦ ἰδίου σώματος», καὶ «ὡς σεβασμίας Ἐκκλησίας». Καὶ αὐτὴ ἡ ἐνσωμάτωση τῶν αἱρετικῶν στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, ἔγινε χωρὶς νὰ μετανοήσουν καὶ ἐπιστρέψουν οἱ αἱρετικοὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ παρὰ τὶς ὑφιστάμενες δογματικὲς διαφορές!

Αὐτὴ τὴν ἐκκλησιολογικὴ ἀλλαγή–ἐκτροπὴ διατήρησαν καὶ ἐνίσχυσαν οἱ ἑπόμενοι Πατριάρχες καὶ γενικότερα τὸ Φανάρι, σήμερα δὲ διὰ τοῦ κ. Βαρθολομαίου γίνονται ὅλα κατανοητά. Αὐτὴ δὲ ἡ Ἐγκύκλιος, τοῦ 1920, ἀποτελεῖ Συνοδικὴ ἀπόφαση ποὺ ἰσχύει καὶ σήμερα, καὶ αὐτὴν ἐπικαλοῦνται οἱ «ὀρθόδοξοι» ἡγέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς ἐκκλησιαστικὸν θέσφατο καὶ Κανονιστικό κείμενο.

Καὶ μόνο ἡ ἀλλοίωση σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς Πίστεως ποὺ ἐπιφέρει ὁ Οἰκουμενισμός, ἀποτελεῖ κατεγνωσμένη αἵρεση, ἀφοῦ παραβαίνει τὴν διαχρονικὴ περὶ «Μίας» Ἐκκλησίας καὶ ἑνὸς βαπτίσματος διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.

Γιὰ νὰ ὑπερβεῖ τὰ ἀνυπέρβλητα ἡ Οἰκουμενιστικὴ ὁμάδα τοῦ Φαναρίου, χρησιμοποιεῖ ὡς σωσίβιο μιὰ φράση τοῦ Κυρίου περὶ τῆς ἑνότητος καὶ τὴν ἔχει κάνει σύνθημά της· τὴ φράση «ἵνα πάντες ἓν ὦσι». Τί κι ἂν ἡ ἑρμηνεία αὐτῆς τῆς φράσεως ἀντίκειται στὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων. Τί κι ἂν καθηγητὲς Πανεπιστημίου, ὅπως ὁ Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ Στυλιανὸς Παπαδόπουλος –ποὺ χρόνια συμμετεῖχαν στοὺς διαλόγους– ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος καὶ τόσοι ἄλλοι, διαφωνοῦν μὲ τὴν ἀντι-εὐαγγελικὴ ἑρμηνεία ποὺ δίνει στὴ φράση ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος καὶ τὰ κοπέλια του. Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἐμμένουν στὴν παρερεμηνεία καὶ τὴν διαστροφὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Συνεχίζουν νὰ διδάσκουν ὅτι «ἡ ενότητα των πιστών, το “ίνα πάντες έν ώσι”, ...θα επιτευχθεί με την τεχνητή και εξωτερική συγκόλληση των χριστιανικών ομολογιών, παρά τις μεγάλες δογματικές και άλλες διαφορές τους» Πουθενὰ δὲν μιλοῦν γιὰ μετάνοια τῶν αἱρετικῶν. Πουθενὰ γιὰ τὴν «ἐνσωμάτωσή τους στὸ ἕνα σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία», ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης.

Γι’ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ π. ἴδιος συνεχίζει: «Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν προσευχῶν μας οἱ πιστοὶ δὲν εὐχόμαστε ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν εκκλησιών», αλλά “υπέρ ευσταθείας των αγίων του Θεού εκκλησιών”, να διατηρεί ο Θεός σταθερές στην ομολογία της πίστεως τις ορθόδοξες εκκλησίες». Εὐχόμαστε βέβαια, καὶ ὑπὲρ «”της των πάντων ενώσεως”», δηλαδὴ τὴν ἕνωση ὅλων, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἕνωση τὴν ἔβλεπαν ἀνέκαθεν οἱ Ἅγιοι «μέσα εις την μίαν Εκκλησίαν, που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Το διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια η ευχή της Αναφοράς στη Λειτουργία του Μ. Βασιλείου: «Τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία» (στὸ ἴδιο).

Καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει «Μία» Ἐκκλησία, ὑπάρχει κι ἕνα βάπτισμα. «”Σ’ αὐτήν, λοιπόν, τὴν ἀδιάσπαστη ἑνότητα ἀνήκει τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, σ’ αὐτὴν στηρίζεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας”. ”Ἐκτὸς αὐτῆς ὅ,τι λέγεται <Ἐκκλησία> εἶναι συνάθροιση αἱρετικῶν ποὺ ἔχουν ἀπολέσει τὴ μία πίστη στὸν Ἕνα Κύριο καὶ κατὰ συνέπεια τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖο τελεῖται ἀπὸ αὐτούς, δὲν εἶναι τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα”». (Heers Πέτρος, πρεσβύτερος, «Τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἡ Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἡ ἰδέα τῆς “Βαπτισματικῆς Ἑνότητας” καὶ ἡ ἀποδοχή της ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστές», στὸ ”Οἰκουμενισμός, Γένεσις-Προσδοκίες-Διαψεύσεις”, τόμ. Β΄, σελ. 872).

Αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀμετάβλητη, καθάρια, διαχρονικὴ καὶ οἰκουμενική.

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, καταλαβαίνει κανεὶς ἀκόμα περισσότερο, γιατί οἱ Οἰκουμενιστικὲς αἱρετικὲς θεωρίες περὶ «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» καὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας» στὶς ὁποῖες ἐμμένει νὰ κηρύττει τὸ Φανάρι διὰ τῶν τροφίμων του, ἀποτελοῦν κατεγνωσμένες αἱρέσεις.

 
Ἀπορεῖ κανείς, πῶς οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες δείχνουν νὰ μὴν ἔχουν ἀντιληφθεῖ τὴν κατάλυση καὶ τὴν διάβρωση τῆς Πίστεως ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές. Πῶς νὰ ἐξηγήσει κανείς, π.χ. τὴν συμπεριφορὰ ἀγωνιστῶν ἐπισκόπων, ὅπως ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς; Ἀπὸ τὴν μιὰ ἐξαπολύει καταπελτώδη κείμενα ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διατυπώνει τὴν θέση ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεση καὶ «ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια καὶ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας», καὶ ταυτόχρονα, ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς, πλέκει ἐγκώμιους ὕμνους πρὸς τὸν αἱρεσιάρχη Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ εἶναι παρὼν σὲ ὑποδοχές του σὲ διάφορες πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικοινωνεῖς μὲ αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ Πρῶτος ἐξ αὐτῶν ποὺ ὑποσκάπτουν τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας;

Ἔχοντας αὐτὴν τὴν ἀντιμετώπιση ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ποιμένες, οἱ Οἰκουμενιστές, μεταβάλλουν προοδευτικὰ τὴν Παράδοση αἰώνων καὶ διδάσκουν ὅτι σωτηρία παρέχει καὶ ὁ «δυαδικὸς» Κύριος τοῦ Filioque, καὶ ὁ «Κύριος» τῶν Ἀγγλικανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρνούμενοι τὴν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, δέχονται ἀναντίρρητα τὴν ὁμοφυλοφιλία ἀκόμα καὶ Ἐπισκόπων. Σωτηρία κατὰ τοὺς Οἰκουμενιστὲς παρέχει καὶ ὁ «Κύριος» μιᾶς ἀπίθανης “ἐκκλησίας” ποὺ ὀνομάζεται «Στρατὸς Σωτηρίας», οἱ ὀπαδοὶ τῆς ὁποίας ἔχουν καταργήσει τὴν Θ. Εὐχαριστία, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο, ὅτι εἶναι….. ἀντιαλκοολικοί!

Τώρα, πῶς ταυτίζεται αὐτὸς ὁ «Κύριος» ἑκάστης αἱρέσεως μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν Κύριον μας Ἰησοῦ Χριστό, τὴν κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Μίας Ἐκκλησίας, μόνο οἱ ἀποδεχόμενοι πολλὲς «ἐκκλησίες» καὶ πολλὰ βαπτίσματα τὸ καταλαβαίνουν!

Ἂς δοῦμε στὴ συνέχεια μιὰ θεμελιώδη αἵρεση γιὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπότοκο τῆς ἀπορρίψεως τοῦ 9ου καὶ 10ου ἄρθρου τοῦ Συμβόλου, δηλαδὴ τὴν λεγομένη «Βαπτισματικὴ θεολογία». Κύριος ἐκφραστής της εἶναι ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι τὸ ἐκτὸς Ἐκκλησίας βάπτισμα εἶναι ἔγκυρο, ἔστω κι ἂν καὶ τελεῖται ἀπὸ αἱρετικό! «Τὸ Βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ Βάπτισμα, Ὀρθόδοξον ἢ μή, ὁριοθετεῖ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει Ὀρθοδόξους καὶ ἑτεροδόξους. Ὑφίστανται βαπτισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας» καὶ «ἐκτὸς βαπτίσματος δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία».


Προσέξατε τὴν δαιμονικὴ διαστροφὴ ποὺ κάνει ὁ Ζηζιούλας; Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἐκτὸς τῆς «Μίας» Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει βάπτισμα», κι αὐτὸς λέγει πὼς «ἐκτὸς βαπτίσματος δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία», θεωρώντας ὡς Ἐκκλησία τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες.

Καὶ συνεχίζει: Ἀντιθέτως, «ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχη μία διάσπασις, μία διαίρεσις, ἕνα σχίσμα, δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν διὰ Ἐκκλησίαν».

Ἄρα, μέσα στὰ βαπτισματικὰ ὅρια ποὺ θέτει ὁ κ. Ζηζιούλας, στοιβάζει Ὀρθοδόξους καὶ αἱρετικούς, πολλὰ βαπτίσματα (καὶ αἱρετικὲς “ἐκκλησίες”), πολλὲς πίστεις καὶ πολλοὺς θεούς, ἀφοῦ οἱ αἱρετικὲς ὁμολογίες τῆς Δύσεως, ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψη γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὴν Ἁγία Τριάδα, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ Μυστήριά της, ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι!
 

Μήπως σ’ αὐτὲς τὶς κακόδοξες θέσεις τοῦ Ζηζιούλα, ποὺ μεταθέτουν τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ διαπλατύνουν τόσο, ὥστε νὰ περιλαμβάνονται σ’ αὐτὰ καὶ οἱ αἱρετικοί, μήπως ἀντέδρασαν ὀρθόδοξα οἱ Ἐπίσκοποί καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες; Δυστυχῶς ὄχι. Μήπως ὁ προϊστάμενὀς του πατριάρχης Βαρθολομαῖος τὸν ἀνακάλεσε εἰς τὴν θέση του, ἀφοῦ ἡ αἵρεση ποὺ διδάσκει ὁ Ζηζιούλας, καταλύει θεμελιῶδες δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἄρα εἶναι αἵρεση κατεγνωσμένη; Ἀσφαλῶς ὄχι. Διότι καὶ ὁ Πατριάρχης τὰ ἴδια διδάσκει.

Συγκεκριμένα ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀποδέχτηκε τὴν αἵρεση αὐτὴ τὸ 1995. Σὲ «Κοινὸ Ἀνακοινωθὲν» μετὰ τοῦ Πάπα Ἰωάννη-Παύλου δήλωσαν: «Παρακινοῦμε τοὺς πιστούς μας, Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους, νὰ ἐνισχύσουν τὸ πνεῦμα τῆς ἀδελφότητας, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ ἕνα βάπτισμα». Ἄρα κι αὐτὸς παραβαίνει καὶ ἀλλοιώνει τὴν διδασκαλία Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο δὲν ἀνακάλεσε τὸν κ. Ζηζιούλα εἰς τὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ συνεχάρη πρόσφατα τὸν αἱρετικὸ γιὰ τὴν προσφορά του στὴν Ἐκκλησία! Ποιά Ἐκκλησία; Ἀσφαλῶς ὄχι στὴν ὀρθόδοξη, ἀλλὰ ἐκείνη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στὴν ὁποία εἶναι καὶ οἱ δυό τους πρωθιερεῖς.
 
 
[Ὑποσημείωση: Ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος δέχεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι - ἡ μοναδικὴ –«Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀλλ’ ἁπλῶς μία ἀπὸ τὶς μείζονες ἐκφράσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ ἔχει πλήρη συνείδηση ὅτι μέσα τῆς ὑπάρχει ἀκόμη «Μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία»! Ἔχει δηλώσει ὅτι «Ὀρθοδοξία καὶ παπισμὸς ἀποτελοῦν «τὸ ἑνιαῖον σῶμα τοῦ Χριστοῦ»! Ἄλλοτε δήλωσε, ὅτι Ὀρθοδοξία καὶ Ἀγγλικανισμὸς εἶναι «ἀδελφαὶ Ἐκκλησίαι» καὶ ἔχουν κοινὴ εὐθύνην «ἐν τὴ καθόλου Ἐκκλησία»! Ἀκόμα εἶπε: «Ἐμεῖς οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες πρέπει νὰ φέρουμε στὸ προσκήνιο τὶς πνευματικὲς ἀρχὲς τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε αὐτὸ πρέπει νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι στὸ πνεῦμα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ... Ρ/Καθολικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι, Προτεστάνται καὶ Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καὶ Ἰνδοί, Βουδισταί....»!

Στὶς 27 Ἰουνίου 1995 ὁ Βαρθολομαῖος μίλησε σὲ Παπικοὺς νέους, εἰπῶν καὶ τὰ ἑξῆς:: «Τέκνα τῆς Ἐκκλησίας ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα καὶ ἀγαπητά... συνεορτάζομεν ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύσις (τὴν θρονικὴν ἑορτὴν τῆς Ρώμης). Θεοῦ τὸ δῶρον... ἑορτάζομεν, διότι εἴμεθα ἡ ἐπὶ γῆς πορευομένη κοινωνία τῶν Ἁγίων... εἶναι δὲ ἡ ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας πεπληρωμένη ὅταν εἶναι παροῦσα καὶ συνεορτάζουσα ἡ νεολαία... Ἐλάβατε διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Φέρετε ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ μετώπῳ ὑμῶν τὰ σημεῖα τῆς Βασιλείας τῶν Θεοῦ»! («Ἐπίσκεψις 29.6. 1989)!!!
Ἀκόμα, δήλωσε ὅτι «...ἡ μετάνοια ἡμῶν διὰ τὸ παρελθὸν εἶναι ἀπαραίτητος. Δὲν πρέπει νὰ σπαταλήσωμεν τὸν χρόνον εἰς ἀναζητήσεις εὐθυνῶν. Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὀφείλομεν ἐνώπιον Αὐτοῦ ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ σφάλματα ἐκείνων» (Ἐκκλ. Ἀλήθεια 16. 12. 1998)!!!]

Ἀλλὰ δὲν σταματᾶ στὰ δύο αὐτὰ πρόσωπα ἡ αἵρεση τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας καὶ τῆς τῶν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν». Αὐτὲς οἱ δύο κακοδοξίες ἔλαβαν σάρκα καὶ ὀστᾶ στὴν «Συμφωνία τοῦ Μπάλαμαντ», ποὺ ὑπέγραψαν ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ δὲ ὑπόλοιπες τὴν ἀποδέχτηκαν σιωπηρά, ἀφοῦ ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους. Στὸ κείμενο τοῦ Μπάλαμαντ ὑπάρχουν καὶ οἱ δυὸ αἱρέσεις. Διαβάζουμε:

«Ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς (Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ Ὀρθόδοξους) ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς ἐνεπιστεύθη στὴν Ἐκκλησία Του –ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, συμμετοχὴ στὰ ἴδια μυστήρια...– δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ὡς ἡ ἰδιοκτησία τῆς μιᾶς μόνον ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες μας. Στὰ πλαίσια αὐτὰ εἶναι προφανὲς ὅτι κάθε εἴδους ἀναβαπτισμὸς ἀποκλείεται».
 
Ὁ πατριάρχης Δημήτριος, ἐπίσης, τὴν εἶχε διακηρύξει δι' Ἐγκυκλίου τὸ 1974 (Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἔκτακτον φύλλον, 14.4.1974). Διακήρυξε ἐπίσης, ὅτι ἀκολουθεῖ τὴ γραμμὴ τοῦ προκατόχου τοῦ Ἀθηναγόρα! Ἐπίσης, εἶπε, ὅτι «ὅλοι οἱ χριστιανοὶ οἱ πιστεύοντες εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ σωτῆρα τοῦ κόσμου εἴμεθα ἐν σῶμᾳ…»! Εἶπε, ὅτι ἕνας Ὀρθόδοξος μπορεῖ «νὰ μεταλάβη» σὲ παπικὴ ἐκκλησία, διότι «ἑκατέρα τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν (ἐννοεῖ τὴν Ὀρθόδοξη καὶ τὴν παπικὴ) ἔχει παραλάβη καὶ τελεῖ τὰ αὐτὰ ἱερὰ μυστήρια»! Εἶπε ἀκόμα, ὅτι «δὲν ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἀναγνωρίζομεν τὸν πάπαν ὡς διάδοχον τῶν Ἀποστόλων, ὅπως ἐμεῖς εἴμεθα διάδοχος τῶν Ἀποστόλων» κτλ.!

Ὁ προσφάτως κοιμηθεὶς Πατριάρχης Ἀντιοχείας τὰ ἴδια δίδασκε: «Εἴμεθα ὅλοι (ἔλεγε, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι) μέλη Χριστοῦ, ἕνα καὶ μοναδικὸ σῶμα, μία καὶ μοναδικὴ “καινὴ κτίσις”, ἐφ’ ὅσον τὸ κοινό μας βάπτισμα μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸ θάνατο» (Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰγνάτιος, Γενεύη 1987).

Ἕτερος ἱεράρχης δήλωσε, ἀπευθυνόμενος σὲ ἑτεροδόξους: «Εἴμεθα ὅλοι μέλη Χριστοῦ, ἕνα καὶ μοναδικὸ σῶμα, μιὰ καὶ μοναδικὴ "καινὴ κτίσις" ἐφ' ὅσον τὸ κοινό μας βάπτισμα μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸν θάνατο».

Τέλος, ἄλλος «ὀρθόδοξος» ἱεράρχης (γιὰ νὰ μείνουμε μόνο σ’ αὐτούς), διακήρυσσε ὅτι «τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπενεργεῖ σὲ κάθε χριστιανικὸ βάπτισμα» καὶ ὅτι ό ἀναβαπτισμός τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ἐμπνέεται ἀπὸ «στενοκεφαλιά, φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία... Εἶναι μιὰ ἀδικία κατὰ τοῦ χριστιανικοῦ Βαπτίσματος καὶ πραγματικὰ μία βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»!

Καὶ ἡ Βαπτισματικὴ θεολογία, ὅπως διατυπώνεται καὶ ἐμπεδώνεται ἀπὸ τοὺς «ὀρθοδόξους» ἔρχεται καὶ δένει καὶ ἀλληλοσυμπληρώνεται μὲ τὴν “Βαπτισματικὴ Θεολογία” τοῦ Πάπα (ὅπως τὴν διεκήρυξε ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β' στὴν Ἐγκύκλιο «Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν/Ut Unum Sint», 25.5.1995, § 66) καὶ τοῦ Π.Σ.Ε., τὶς θέσεις τοῦ ὁποίου μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ στὸ: Γ. Λαιμόπουλου (ἐπιμ.), Ἡ Ζ' Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε., Καμπέρρα-1991/Χρονικό, Κείμενα, Ἀξιολογήσεις, ἐκδ. «Τέρτιος», σελ. 136, Κατερίνη 1992.


Δὲν θὰ μακρύνω ἄλλο τὸ λόγο μὲ διδασκαλίες περὶ κοινοῦ βαπτίσματος. Ἀλλὰ θὰ παραθέσω καὶ τὴν ὑλοποίηση αὐτῆς τῆς κακοδοξίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει μείνει ἰδέα, ἀλλὰ ἔγινε πράξη.

Υἱοθετήθηκε καὶ ὑλοποιήθηκε δηλαδή, ἀπὸ τὸ “Ἐθνικὸ Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν Αὐστραλίας” τὸ 2004 στὸ ὁποῖο συμμετεῖχαν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι. Το Συμβούλιο διεκήρυξε: Ὅλες οἱ παρακάτω “ἐκκλησίες” «συμφωνοῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ποὺ ἐπιτελέσθηκε σὲ κάθε ἐκκλησία καὶ νὰ προωθήσουμε τὴν χρῆσι κοινῆς Βεβαιώσεως Βαπτίσεως»!

Ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως οὐδεμία καταδικαστηκὴ ἀντίδραση ὑπῆρξε ἀπὸ τὸ ἔχον τὰ «πρωτεῖα» Πατριαρχεῖο ἢ ἄλλες Ἐκκλησίες.

Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ στὴν Ἀμερικὴ μὲ τὴ «Συμφωνία Νέας ῾Υόρκης, 1999», διὰ τῆς ὁποίας δηλώνεται ὅτι: «Τὰ ᾿Ορθόδοξα καὶ ΡΚκαθολικὰ μέλη τῆς Συμβουλευτικῆς ᾿Επιτροπῆς ἀναγνωρίζουν σὲ ἀμφότερες τὶς παραδόσεις μία κοινὴ διδασκαλία καὶ μία κοινὴ πίστι εἰς ἕνα βάπτισμα... Καὶ ἐμεῖς ἀναγνωρίζουμε τὸ βάπτισμα ἀλλήλων, ὡς ἕνα καὶ τὸ αὐτό» (Λιβανὸς Χρῆστος, «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1343/26.11.1999).

Καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας» συνεχίστηκε ἀπὸ τὴν «Ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Γερμανία», ποὺ ὑπέγραψαν ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κείμενο ἀμοιβαίας ἀναγνώρισης τοῦ βαπτίσματος: «Παρ’ ὅλες τὶς διαφορὲς στὴν ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὑφίσταται μεταξύ μας μία βασικὴ συμφωνία ὡς πρὸς τὸ βάπτισμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναγνωρίζουμε κάθε βάπτισμα ποὺ ἔχει τελεστεῖ κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἰησοῦ..., μὲ τὴν συμβολικὴ πράξη τῆς κατάδυσης στὸ νερὸ ἢ τῆς ἐπίχυσης μὲ νερό. Αὐτὴ ἡ ἀμφίδρομη ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ἐκφράζει τὸν θεμελιωμένο στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δεσμὸ τῆς ἑνότητας» (Νικολαΐδη Σταύρου, Τὸ Ὑποκείμενο Ἐκκλησιάζεται).

Στὸ ζήτημα αὐτό, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, π.χ., σαφῶς θεωροῦσε τὴν ὀρθὴ πίστη ὡς ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐκπλήρωση ἑνὸς γνησίου βαπτίσματος. Τὰ λόγια του περιεκτικὰ ἐκφράζουν τὴν πατερικὴ ὁμοφωνία: «Διὰ τοῦτο γοῦν καὶ ὁ Σωτὴρ οὐκ ἁπλῶς ἐνετείλατο βαπτίζειν», ἀλλὰ πρῶτα εἶπε «μαθητεύσατε» καὶ ὕστερα «βαπτίζετε εἰς ὄνομα Πατρός, καὶ Υἱοῦ, καὶ ἁγίου Πνεύματος, ἵν’ ἐκ τῆς μαθήσεως ἡ πίστις ὀρθὴ γένηται, καὶ μετὰ πίστεως ἡ τοῦ βαπτίσματος τελείωσις προστεθῇ. Πολλαὶ γοῦν καὶ ἄλλαι αἱρέσεις λέγουσαι τὰ ὀνόματα μόνον, μὴ φρονοῦσαι δὲ ὀρθῶς, ὡς εἴρηται, μηδὲ τὴν πίστιν ὑγιαίνουσα ἔχουσαι, ἀλυσιτελὲς (=χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα) ἔχουσι καὶ τὸ παρ' αὐτῶν διδόμενον ὕδωρ, λειπόμενον εὐσεβείᾳ ὥστε καὶ τὸν ραντιζόμενον παρ' αὐτῶν ρυπαίνεσθαι μᾶλλον ἐν ἀσεβείᾳ ἢ λυτροῦσθαι» (Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ τῶν Ἀρειανῶν 2, 42-43, PG 26, 237B)..

 
Ἀποτελεῖ λοιπόν ἢ ὄχι κατεγνωσμένη αἵρεση ἡ «βαπτισματικὴ θεολογία», ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα ποὺ περιφέρεται στοὺς ἀκαδημαϊκοὺς χώρους πρὸς προβληματισμό, ἀλλὰ πράξη ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀφοῦ καμιὰ Ὀρθόδοξη Σύνοδος, λόγω δειλίας καὶ φοβικοῦ συνδρόμου πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ἀνατολῆς Βαρθολομαῖο, δὲν τολμᾶ νὰ τὴν καταδικάσει; Ἀρνεῖται ἢ ὄχι τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἑνὸς Βαπτίσματος; Ἂς μᾶς ἀπαντήσουν οἱ λαλίστατοι περὶ τὰ ἄλλα ποιμένες: Πότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπέτρεψε τὴν εἰσαγωγὴ μιᾶς νέας, τόσο κακόδοξης θεολογικῆς καὶ ἐκκλησιολογικῆς αἵρεσης, ἡ ὁποία νὰ διδάσκεται καὶ νὰ προωθεῖται καὶ θεωρητικά, καὶ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθοῦν –κλῆρος καὶ λαός- ἀπὸ ὅσους τὴν ἐφαρμόζουν καὶ ἀπὸ τοὺς αἱρεσιάρχες ἡγέτες ποὺ τὴν ἐπιτρέπουν;

Μὰ μήπως τὰ περὶ «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» λέγονται μόνο ἀπὸ δυὸ-τρεῖς Ἐπισκόπους μόνο; Ἀσφαλῶς ὄχι. Λέγονται ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς Οἰκουμενιστές, γιατὶ αὐτοὶ ἀκολουθοῦν τὸ κατεστρωμένο σχέδιο ποὺ ἀπὸ τὸ 1920, τὸ Φανάρι ἐγκαινίασε, μὲ τὴν περίφημη Ἐγκύκλιο «Πρὸς τὰς Ἀπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ».

 
Νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ κι ἄλλη μία μεγίστη αἱρετικὴ κίνηση ποὺ διεπράχθη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Πατριαρχεῖο τῆς Ἀντιοχείας. Συγκεκριμένα, γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἢ τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, «ὑπάρχουν ἀλάθητες ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων..., ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατο καὶ ἀδιανόητο γιὰ μία συνεπῆ καὶ γνήσια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία νὰ θεωρήσει τοὺς Μονοφυσῖτες ὡς Ὀρθοδόξους, γιατὶ ἔτσι ἐξισώνει καὶ ταυτίζει Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση»· δυστυχῶς «αὐτὸ τὸ ἀδιανόητο καὶ ἀδύνατο γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῶν δεκαεννέα αἰώνων ἔγινε δυνατὸ μετὰ τὸ γκρέμισμα τῶν ὁρίων ποὺ πέτυχε ὁ Οἰκουμενισμὸς αὐτὴ ἡ παναίρεση τοῦ 20ου αἰῶνα.

Κατόρθωσε» δηλαδὴ τὸ Π.Σ.Ε. «νὰ ἀλλοιώση τόσο πολὺ τὴν ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων, ὥστε ...νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν υἱοθέτηση τῆς ἐκκλησιολογίας τῶν Προτεσταντῶν». Ἔτσι τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας «προσχώρησε σὲ μυστηριακὴ διακοινωνία μὲ τοὺς Μονοφυσῖτες», τὸ δὲ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἀποδέχτηκε τὸ γάμο Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν Κοπτῶν!

Μὲ ὅλα αὐτὰ οἱ Ὀρθόδοξοι ἑνώθηκαν μὲ αἱρέσεις καταδικασμένες ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καταπάτησαν καὶ ἀρνήθηκαν τὸ Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως περὶ «Μίας Ἐκκλησίας» καὶ περὶ ἑνὸς βαπτίσματος καὶ τὴν ρητὴ ἀπόφαση τῆς τρίτης, τετάρτης καὶ ἕκτης Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Στὸν Ὅρον τῆς ἕκτης, ποὺ ὑπάρχει περίπου ὁ ἴδιος καὶ στὶς ἄλλες) διαβάζουμε:

«Ὁρίζομεν ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν, ἢ γοῦν συγγράφειν ἢ συντιθέναι ἢ φρονεῖν ἢ διδάσκειν ἑτέρως· τοὺς δὲ τολμῶντας ἢ συντιθέναι πίστιν ἑτέραν… ἢ διδάσκειν ἢ παραδιδόναι ἕτερον σύμβολον… ἢ καινοφωνίαν, ἤτοι λέξεως ἐφεύρεσιν, πρὸς ἀνατροπὴν εἰσάγειν τῶν νυνὶ παρ’ ἡμῶν διορισθέντων, τούτους, εἰ μὲν ἐπίσκοποι, …ἀλλοτρίους εἶναι τῆς ἐπισκοπῆς… ἢ λαϊκοί, ἀναθεματίζεσθαι αὐτούς» (Ὅρος πίστεως ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἰς Ρωμανίδη Ἰω., Κείμενα Δογματικῆς καὶ Συμβολικῆς Θεολογίας…, τόμ. Β΄, σελ. 71).

Ἀπὸ αὐτὸ ἐδῶ τὸ βῆμα, εἶναι ἐπιβεβλημένο νὰ ἀπευθυνθεῖ μιὰ ἐρώτηση, σὲ ὅσους ὀρθόδοξους περιμένουν πρῶτα νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ λεγόμενη «διακοινωνία» (intercommunio) γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, καὶ ἰδίως στὸν μητροπολίτη Πειραιῶς ποὺ ἔχει διατυπώσει αὐτὴ τὴ θέση γραπτῶς:

Ἄραγε, ἡ ἔμπρακτη ἀποδοχὴ αἱρετικοῦ μυστηρίου δὲν ἀποτελεῖ «διακοινωνία», ἕνωση μὲ αἱρετικὴ «ἐκκλησία»; Διακοινωνία ὑπάρχει μόνο ὡς πρὸς τὴν Θ. Εὐχαριστία;

Κατὰ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ ἀποκήρυξη τῆς κάθε αἱρέσεως καὶ ἡ καθαίρεση τοῦ αἱρετικοῦ, εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἡ Σύνοδος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ποὺ δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν αἱρετικό, συμμετέχει στὴν αἵρεση.

Κατὰ τὸν καθηγητὴ Τσελεγγίδη: Διὰ τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας, δίνεται ἡ ἐσφαλμένη καί βλάσφημη ἐντύπωση ὅτι διαψεύδεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι τὰ ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ἄμπελο κλήματα δὲν μποροῦν νὰ φέρουν καρπό» –ἀφοῦ ὁ κ. Ζηζιούλας καὶ σύμπαντες οἱ Οἰκουμενιστὲς διαβεβαιώνουν– «ὅτι παρὰ τὶς αἱρετικὲς ἀποκλίσεις τους οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνιστοῦν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν γνήσια μυστήρια. Εἶναι θεολογικῶς ἀλλά καὶ λογικῶς ὄντως παράδοξο, πῶς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δὲν ἀντιλαμβάνονται τὸ κολοσσιαῖο δογματικὸ σφάλμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιὰ τὸν κτιστὸ χαρακτῆρα τῶν μυστηρίων τους» (Τσελεγγίδη Δημ., Αἱ ἐσφαλμέναι θεολογικαὶ προϋποθέσεις διὰ τὸ Πρωτεῖον τοῦ Πάπα).

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, σιγά-σιγά, προοδευτικὰ μὰ σταθερά, καταργεῖται ἡ μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀλλοιώνεται ἡ περὶ Θεοῦ διδασκαλία. Ὁπότε, κριτήριο τῆς Σωτηρίας, δὲν εἶναι μόνο ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀλλὰ ὁποιοσδήποτε Θεὸς τῶν προϋποθέσεων τῶν αἱρετικῶν τώρα καὶ τῶν ἀλλοθρήσκων στὴ συνέχεια.

Εἶναι φανερό, λοιπόν, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς προσβάλλοντας τὴν ἐκκλησιολογία, «κατ’ οὐσίαν προσβάλλει τὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· μέχρι νὰ τὸ ἐξαφανίσει». Ἀλλὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅτι «τὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ», θὰ προσπαθήσει νὰ τὸ ἐξαφανίσει ὁ Ἀντίχριστος! Ἂν τὸ ἴδιο ἔργο ἐπιδιώκει νὰ φέρει εἰς πέρα καὶ ὁ Οἰκουμενισμός, τότε, τί ἄλλο εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, παρὰ μιὰ ἀντίχριστη μέθοδος, ἀντίχριστος τρόπος ποὺ διευκολύνει τὴν ἔλευση τοῦ Ἀντίχριστου;

Ἂς μὴ ξεχνοῦμε ὅτι «ἡ ὀρθή πίστη εἶναι ἡ πρώτη καί κύρια προϋπόθεση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τή θεόπνευστη ἁγιοπατερική ἀπόφανση: στις βούλεται σωθναι, πρ πάντων χρή ατ τήν καθολικήν κρατσαι πίστιν, ν ε μ τις σαν κα μωμον τηρήσειεν, νευ δισταγμο, ες τόν αἰῶνα πολεται” (Σύμβολο τῆς Πίστεως ἁγίου Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας)».



Β. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ Προτεστάντες ἀρνοῦνται πολλὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως π.χ. τὸ filioque, ἀλλὰ ἐπίσης ἀρνοῦνται καὶ τὴν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ ἀρνούμενοι, ὅμως, τὴν προσκύνηση τῶν Εἰκόνων, ἔχουν ἀναθεματισθεῖ ἀπὸ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ κατεδίκασε τὴν Εἰκονομαχία. Ἀλλὰ ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἔχει ἀναθεματίσει ὄχι μόνο τοὺς μὴ δεχομένους τὶς ἅγιες Εἰκόνες (τότε τοὺς Εἰκονομάχους καὶ τώρα τοὺς Προτεστάντες ποὺ ἔχουν ἀπορρίψει τὶς εἰκόνες), ἀλλὰ ἔχει ἀναθεματίσει καὶ ὅσους ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς ἔχοντας ὑποπέσει στὸ ἀνάθεμα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, ἡ ὁποία συγκεκριμένα ἔχει ἀποφασίσει:

«Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς ὑβρίζουσι καὶ ἀτιμάζουσι τὰς σεπτὰς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Συνοδικόν Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (783), εἰς Πρακτικὰ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ΄, σελ. 230 καὶ 325).

Καὶ ὅμως, οἱ ἡμέτεροι «ὀρθόδοξοι» Οἰκουμενιστὲς μὲ αὐτὲς τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες, ὄχι μόνο ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικά, ὄχι μόνο συμπροσεύχονται, καὶ ἀνταλλάσσουν δῶρα, καὶ ἔχουν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ δράση, ἀλλά, ὅπως εἴδαμε, ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ ἀποκαλοῦν τὶς αἱρέσεις Ἐκκλησίες. Στὴν ἀρχὴ μᾶς ἐνέπαιζαν, διαβεβαιώνοντάς μας ὅτι τὶς ὀνομάζουν «ἐκκλησίες» γιὰ λόγους ἁβροφροσύνης. Στὴν πορεία, ὅμως, τῶν διαλόγων ἔπεσαν οἱ μάσκες· ἀποδείχτηκε ὅτι καὶ ὀνομάζουν τὶς αἱρέσεις Ἐκκλησίες, καὶ τὶς ἀποδέχονται ὡς Ἐκκλησίες. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀποτελοῦσαν ψευδεῖς διαβεβαιώσεις, ἦταν μιὰ καλὰ στημένη διαβολικὴ παγίδα, στὴν ὁποία ἔπεσαν καὶ οἱ καλοπροαιρέτως συμμετέχοντες στοὺς Διαλόγους, παρακούοντας τὸν ἀπόστολο Παῦλο, λέγοντα: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ».

Αὐτὴ ἡ ἀποστολικὴ Ἐντολὴ ἦταν ἀπόσταγμα τῆς θεοπνεύστου Ἁγιογραφικῆς Παραδόσεως ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τοὺς Προφῆτες, ἀνανεώθηκε διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ συνεχίστηκε διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων, γιὰ νὰ ἔρθουν οἱ Οἰκουμενιστὲς Πατριάρχες μὲ τοὺς μαθητές τους νὰ τὴν καταλύσουν καὶ νὰ διαλέγονται μὲ ἀμετανόητους αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔχουν μολύνει σὲ τέτοιο βαθμὸ καὶ συμπαρασύρει εἰς τὸν ὀρμητικὸ ποταμὸ τῆς παναιρέσεως, ὥστε «ὀρθόδοξοι» Ἐπίσκοποι (ὅπως ὁ Περγάμου κ. Ζηζιούλας) νὰ ἐργάζονται πυρετωδῶς γιὰ νὰ περάσουν κακόδοξες θεωρίες ὡς ὀρθόδοξες, οἱ ὑπόλοιποι δὲ νὰ ἀνέχονται κατεγνωσμένες αἱρέσεις νὰ διδάσκονται καὶ νὰ ἐφαρμόζονται στὴν πράξη!

Νά, πόσο σοφὰ διατυπώνεται αὐτὴ ἡ Παράδοση στὶς Ἐρωταποκρίσεις τοῦ Μεγάλου ἀββᾶ Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου ποὺ περιλαμβάνονται στὴν «Φιλοκαλία»:

«ΕΡΩΤΗΣΙΣ. Ἀγαπητὸν ἔχω (ἔχω κάποιον φίλο) καὶ εὑρέθη αἱρετικός∙ νουθετήσω αὐτὸν περὶ τοῦ ὀρθροῦ φρονήματος;

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ. Νουθέτησον αὐτὸν τὴν ὀρθὴν ἐπιγνῶναι πίστιν, μὴ ἀντιβάλῃς δὲ αὐτῷ (μὴ λογομαχεῖς ὅμως) μηδὲ θελήσῃς γνῶναι τί φρονεῖ, ἵνα μὴ ἐμβάλῃς εἰς σὲ τὸν ἰόν αὐτοῦ (γιὰ νὰ μὴ δεχθεῖς καὶ σὺ ὁ ἴδιος τὸ αἱρετικό του μικρόβιο), ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ ὅλως ὠφεληθῆναι καὶ ἀκοῦσαι τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεως τοῦ Θεοῦ, λάβε αὐτὸν πρὸς ἁγίους πατέρας. Ἐὰν δὲ μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν μὴ προσδέξητε τὴν διόρθωσιν, τὸν τοιοῦτον, κατὰ τὸν Ἀπόστολον, παραιτοῦ... ἐὰν γὰρ ἴδῃς, φησί, τινὰ πνιγόμενον ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ, μὴ δώσῃς αὐτῷ τὴν χεῖραν σου, ἵνα μὴ συνελκύσῃ σε καὶ συναποθάνῃς αὐτῷ∙ ἀλλὰ δὸς αὐτῷ τὴν ράβδον σου, καὶ εἰ μὲν δυνηθῇς ἑλκῦσαι αὐτόν, ἰδοῦ καλῶς, εἰ δὲ μή, ἀφήσεις αὐτῷ τὴν ράβδον σου καὶ σὺ σωθήσῃ» (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου, Ἐρωταποκρίσεις, ΨΛΓ΄).

 
Μιὰ ἀκόμα ἀποκάλυψη γιὰ τὴν προδοσία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς «ὀρθόδοξους» οἰκουμενιστές, καὶ θλιβερὴ ἀπόδειξη ὅτι εἶναι ψευδεῖς οἱ διαβεβαιώσεις τους, πὼς τάχα διὰ τῶν Διαλόγων δίδουν μαρτυρία Χριστοῦ, ἀποτελοῦν οἱ ἀποφάσεις ποὺ ἐλήφθησαν τὸ 2006 στὸ Συνέδριο τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας. Ἐκεῖ οἱ καλούμενοι «ὀρθόδοξοι» ἀντιπρόσωποί μας, ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ συναποφασίσουν μὲ τοὺς Προτεστάντες ἀδιαμαρτύρητα –γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ μετὰ τὸ Μπάλαμαντ τοῦ Λιβάνου– τὴν ὑποβάθμιση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τὴν τοποθέτησή της στὸ ἐπίπεδο τῶν παναιρετικῶν Προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν.
 
 
Από Αποτείχιση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλω αφήστε το σχόλιο σας εδω